Κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο, η Γέννηση του Ιησού Χριστού και άλλες πληροφορίες γύρω από τη ζωή Του και την οικογένειά Του, όπως η γενεαλογία και η παιδική ηλικία Του, δεν αποτελούσαν θέματα θεολογικού ενδιαφέροντος.

Αυτά που κυριαρχούσαν ήταν μάλλον τα Πάθη Του, ο θάνατος και η Ανάστασή Του και δευτερευόντως τα λόγια και τα έργα Του. Παρ’ όλ’ αυτά, η ανάγκη να υπάρξει επιπλέον πληροφόρηση σχετικά με τη Γέννηση και την παιδική ηλικία του Ιησού, εκδηλώνεται νωρίς και εκφράζεται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης μέσα από τα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά.

Όπως γνωρίζουμε τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης αφήνουν ένα κενό μεταξύ της Γέννησης του Ιησού και της βάπτισής του, εκτός από την παρουσία του στο ναό, στην ηλικία των 12 ετών (Λουκάς 2,41-50). Φυσικά ο χαρακτήρας των Ευαγγελίων δεν περιορίζεται μόνο στην ιστορική τους τεκμηριωμένη αλήθεια αλλά επεκτείνεται διαχρονικά στο πλήρες ανάπτυγμα του θεολογικού, ηθικού και κοινωνικού πλαισίου όλων των εποχών.

Κατά κύριο λόγο οι θεόπνευστοι συγγραφείς τους δεν αποβλέπουν απλά και μόνο στο να διηγηθούν την ιστορία του Ιησού Χριστού ούτε να αποτυπώσουν καν τη διδασκαλία και τα έργα Του. Έχουν ως βασικό σκοπό να εκφράσουν την Πίστη της πρώτης Εκκλησίας για το έργο του Ιησού και βεβαίως να ερμηνεύσουν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.

Για τους Ευαγγελιστές λοιπόν προέχει ο θεολογικός ερμηνευτικός χαρακτήρας των Ευαγγελίων εφόσον μαρτυρούν την Πίστη τους, εκφράζουν το βίωμα της παρουσίας του Ιησού, γίνονται κήρυκες και ιεραπόστολοι του χριστιανικού μηνύματος και κυρίως στοχεύουν στην κατήχηση των πιστών. Άλλωστε η σημασία του όρου «Ευαγγέλιο» στη χριστιανική παράδοση ήταν εξ αρχής όρος τεχνικός και περιέγραφε τόσο τη δραστηριότητα των Χριστιανών ιεραποστόλων, όσο εξάλλου και το περιεχόμενο των κηρυγμάτων τους.

Οι πρώτοι Χριστιανοί κρατούν ζωντανή την ανάμνηση του Ιησού και μέσα από τις παραδόσεις των κοινοτήτων τους αναπαράγουν και διατηρούν τα λόγια του. Οι ιστορίες από τον προφορικό λόγο καταγράφονται σε γραπτά κείμενα. Με την πάροδο των χρόνων κάποιες αφηγήσεις επιλέχθηκαν και κανονικοποιήθηκαν, δηλαδή δημιούργησαν τον «Κανόνα» των βιβλίων της Καινής Διαθήκης που κατέχουν ιδιαίτερη θέση και κύρος στην  Εκκλησία.

Στη Γέννηση του Χριστού αναφέρονται μόνο δύο από τους τέσσερις ευαγγελιστές, ο Ματθαίος και ο Λουκάς. Η εξήγηση είναι απλή και όπως αναφέραμε, τα Ευαγγέλια δεν είναι ιστορικά βιβλία, δεν συνιστούν βιογραφίες του Ιησού, αλλά περιέχουν το χαρμόσυνο μήνυμα ότι ήρθε ο Σωτήρας του κόσμου και δίνουν απαντήσεις στα ερωτήματα των μελών των χριστιανικών κοινοτήτων.

 

Οι πληροφορίες του Ματθαίου

Στο ευαγγέλιο του Ματθαίου η ενότητα που αναφέρεται στη Γέννηση βρίσκεται στο Κεφ. 2 του Ευαγγελίου. Γίνεται σαφές ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Είναι ο τόπος που έχει συνδεθεί με το μεγάλο βασιλιά του Ισραήλ, τον Δαβίδ, τον εκλεκτό του Θεού και πρόγονο του Μεσσία. «Σκοτεινός» πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι Ηρώδης (37 π.Χ.-4 μ.Χ.) παράγοντας της Ρώμης που του είχε δώσει τον τίτλο «βασιλιάς».  Ήταν ένας αδίστακτος άνθρωπος ο οποίος μόλις μαθαίνει από τους Μάγους για τη Γέννηση του Ιησού βάζει σε εφαρμογή σχέδιο εξόντωσής του. Πιο συγκεκριμένα, φωνάζει αρχικά τους Αρχιερείς και τους Γραμματείς για να πληροφορηθεί που ακριβώς θα γεννηθεί ο Μεσσίας, μιας και ο ίδιος ήταν Ιδουμαίος στην καταγωγή και δε γνώριζε τις ιουδαϊκές παραδόσεις. Αφού το μαθαίνει, τους ζητάει να του αποκαλύψουν που βρισκόταν το παιδί για να πάει δήθεν και αυτός να το προσκυνήσει. Τέλος, παρουσιάζεται να εκδίδει διαταγή να σκοτώσουν όλα τα παιδιά της περιοχής της Βηθλεέμ.

 

Γιατί ο Ηρώδης ήθελε να σκοτώσει τον Ιησού;

Ο Ματθαίος αποκαλύπτει και τον λόγο για τον οποίο ο Ηρώδης καταδίωκε τον Ιησού. Η έκφραση «βασιλεύς των Ιουδαίων» που χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τον νεογέννητο σωτήρα του κόσμου στο διάλογο που έχουν οι Μάγοι με τον κυβερνήτη της Παλαιστίνης αποσαφηνίζει την κατάσταση. Αυτός ο τίτλος λοιπόν, πριν τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία δινόταν στον ηγέτη του λαού, που θεωρούνταν έτσι ο «Εκλεκτός του Θεού». Μετά την αιχμαλωσία όμως δεν υπήρχε βασιλιάς για να θεωρείται ο Εκλεκτός, αφού ο λαός ήταν υποταγμένος στις μεγάλες αυτοκρατορίες. Οπότε ο τίτλος αποδόθηκε στον Μεσσία που αναμένονταν ως λυτρωτής από τα προβλήματα. Ο Ηρώδης και η δυναστεία του οικειοποιείται τον τίτλο, αφού ήθελε να παρουσιάζεται ως ο αγαπημένος του Θεού, που είχε τη θεϊκή εύνοια. Με βάση τα παραπάνω, εύκολα λοιπόν γίνεται αντιληπτός ο λόγος του μίσους του Ηρώδη: Αφού ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας ήθελε να τον εξοντώσει, θεωρώντας πως η Βασιλεία Του έχει κοσμικό περιεχόμενο.

Για τους Μάγους η μόνη πληροφορία που δίνεται αφορά την προέλευσή τους από την Ανατολή (Ματθαίος 2,1). Δύσκολα λοιπόν κάποιος θα μπορούσε να μιλήσει με σιγουριά για τις ενασχολήσεις τους και την κατάρτιση που είχαν. Από την αφήγηση όμως εξάγεται το συμπέρασμα πως ήταν επιστήμονες της εποχής που ερευνούσαν τα αστρικά φαινόμενα με πλούτη, αφού μπορούσαν να προσφέρουν σημαντικά αγαθά σαν το χρυσάφι.

 

Η ιστορική αναφορά στην απογραφή

Στο Ευαγγέλιο του Λουκά (Λουκάς 2,1-20) αρχικά γίνεται λόγος για την απογραφή που είχε διατάξει ο αυτοκράτορας της Ρώμης, Οκταβιανός Αύγουστος σε όλη τη ρωμαϊκή οικουμένη. Αυτό είναι το εφαλτήριο το οποίο χρησιμοποιεί ο Ευαγγελιστής για να μιλήσει στη συνέχεια για τη μετάβαση του Ιωσήφ και της Μαρίας από τη Ναζαρέτ στην πόλη του Δαβίδ, τη Βηθλεέμ, με σκοπό να απογραφούν. Εδώ γεννιέται ο μικρός Χριστός που η Μαρία τον φάσκιωσε και τον ξάπλωσε σε μια φάτνη ζώων, καθώς δεν βρήκε μαζί με τον Ιωσήφ, πουθενά κατάλυμα.

Ακολουθεί στη συνέχεια η αναφορά στους βοσκούς που έμεναν στο ύπαιθρο, για να φυλάνε τα κοπάδια τους. Σε αυτούς εμφανίστηκε ο Άγγελος Κυρίου που τους φέρνει το χαρμόσυνο μήνυμα για τη γέννηση του Θεανθρώπου. Τους δίνει και σημάδι για να τον αναγνωρίσουν, ενώ παρουσιάστηκε ένα πλήθος Αγγέλων που υμνούσαν το Θεό. Εντυπωσιακή λοιπόν είναι στο κείμενο η παρουσία των Αγγέλων που ψάλλουν ύμνους προς τιμήν του νεογέννητου. Στην Παλαιά Διαθήκη, ύμνους για το βασιλιά έψαλλαν οι ιερείς. Ειδικά κατά την τελετή της ενθρόνισής του ακούγονταν οι Ψαλμοί 2 και 110 που αργότερα απέκτησαν και μεσσιανικό χαρακτήρα. Στη Γέννηση όμως του Χριστού ο ύμνος ακούγεται από τα στόματα των αγγέλων που τονίζουν τα καλά που έφερνε μαζί του ο Σωτήρας: «Ειρήνη στη γη, αγάπη και σωτηρία στους ανθρώπους».

 

Η μαρτυρία των βοσκών

Οι βοσκοί κατόπιν πήγαν και βρήκαν το βρέφος στη φάτνη και το προσκύνησαν. Ταυτόχρονα διηγήθηκαν και τα λόγια που είχε πει ο Άγγελος για το παιδί. Όλοι έμειναν έκπληκτοι ενώ η Μαρία τα σκέπτονταν συνεχώς. Τέλος, οι βοσκοί γύρισαν στα κοπάδια τους δοξολογώντας τον Κύριο γι’ αυτά που άκουσαν και είδαν. Οι βοσκοί λοιπόν έχουν και αυτοί έναν ειδικό ρόλο στην αφήγηση της Γέννησης. Αποτελούν τους μάρτυρες που είδαν με τα ίδια τους τα μάτια τα θαυμαστά που συνόδεψαν τον ερχομό του Ιησού στον κόσμο. Κανένας δηλαδή δε μπορεί να αμφισβητήσει το κείμενο του Λουκά, γιατί μπορούν να το πιστοποιήσουν τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούσαν είδαν με τα ίδια τους τα μάτια την είσοδο του θεϊκού στοιχείου μέσα στην ανθρώπινη ιστορία.

Η μεγαλοπρέπεια της διήγησης του Λουκά είναι φανερή σε όλο το κείμενο. Όλα δείχνουν ότι μιλάει για τη γέννηση ενός βασιλιά, που ενδιαφέρει όλους τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και στην αρχή της αφήγησης παρουσιάζει ένα γεγονός που αφορά όλους, την απογραφή, που τη συνδέει με τη Γέννηση του Χριστού. Δεν είναι τυχαίο ότι αρχίζει την καταγραφή των γεγονότων, αναφέροντας το πρόσωπο του αυτοκράτορα της Ρώμης. Αυτός θεωρείτο ο κυρίαρχος της οικουμένης. Στο κείμενο όμως γίνεται σε αυτόν μόνο μια απλή αναφορά. Εμπρός δηλαδή στο παιδί που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ δεν έχει καμία αξία. Εξυπηρετεί και αυτός το θείο σχέδιο για τη Γέννηση του Μεσσία στην πόλη του ένδοξου βασιλιά του βιβλικού Ισραήλ, τη Βηθλέεμ.

 

Η αναφορά στη φάτνη

Ακόμη και η γέννηση στη φάτνη είναι ένα σημείο ότι το παιδί που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ είναι ξεχωριστό. Φανερώνει ότι δε μοιάζει με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι η γέννηση και η παιδική ηλικία των μεγάλων μορφών της Βιβλικής Ιστορίας συνδέονταν με κάτι ιδιαίτερο. Έτσι ο Μωυσής μετά τη γέννησή του μπαίνει σε ένα καλάθι και αφήνεται στα νερά του Νείλου, ο Ισαάκ προσφέρεται ως θυσία και ο Ιωσήφ πωλείται από τους αδελφούς του στους δουλέμπορους που τον μεταφέρουν στην Αίγυπτο. Η τοποθέτηση δηλαδή του Ιησού στη φάτνη δείχνει πως πρόκειται για μια μεγάλη μορφή, που η Γέννησή του συνοδεύτηκε από παράδοξα γεγονότα.

Όλα τα παραπάνω λοιπόν αποδεικνύουν ότι ο Λουκάς χρησιμοποιεί τις πηγές του για να περιγράψει τη λαμπρή γέννηση του Μεσσία. Η μεγαλοπρέπεια είναι παντού έκδηλη. Γίνεται με αυτόν τον τρόπο ο κήρυκας της Γέννησης του Σωτήρα σε έναν κόσμο που είχε πολλές ιδιαιτερότητες, του ελληνορωμαϊκού, τον οποίο καλούσε να δεχτεί το χαρμόσυνο μήνυμα της Βασιλείας του Θεού.