Οι εικόνες διαδραματίζουν έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη. Οι όμορφες, περίτεχνες αγιογραφικές εικόνες περιγράφονται ως «παράθυρα στο βασίλειο του Θεού». Οι ορθόδοξες εικόνες χρησιμοποιούνται τόσο μέσα στην εκκλησία, ως αναπόσπαστο κομμάτι της έκφρασης της πίστης, όσο και ιδιωτικά μέσα στα σπίτια. Η εικόνα για τον πιστό Ορθόδοξο Χριστιανό αποτελεί μία μορφή προσευχής και ένα «μέσο» προσευχής. Οι περισσότερες εικόνες απεικονίζουν συνήθως θέματα από τη ζωή του Χριστού, από τη ζωή της μητέρας του Μαρίας και από σκηνές της Βίβλου ή από τις ζωές των Αγίων.

Η εικόνα για την Ορθόδοξη Πίστη αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης της Εκκλησίας μας από την ίδρυσή της έως σήμερα, με τις εικόνες να αποτελούν ίσως το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα των εκκλησιών μας. Τα πρώτα χρόνια της διάδοσης του χριστιανισμού, οι απεικονίσεις των αγίων, των ιστοριών τους, του Ιησού και της Θεοτόκου ήταν πολύ περιορισμένες, κυρίως σε τοιχογραφίες –γνωστές ανάμεσά τους οι κατακόμβες κάτω από τη Ρώμη γεμάτες με τοιχογραφίες -, λόγω των επικείμενων διωγμών. Οι μορφές και οι παραστάσεις που οι εικόνες ή οι τοιχογραφίες απεικόνιζαν, στηρίζονταν σε προφορικές πληροφορίες που μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα, ανάμεσα στους πιστούς, ενώ η πρώτη εικόνα αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Λουκά και απεικονίζει τη Θεοτόκο.

Η αναγνώριση του Χριστιανισμού από τον αυτοκράτορα του Ελληνορωμαϊκού κράτους Μ. Κωνσταντίνο αποτέλεσε την έναρξη του «στολισμού» των εκκλησιών με εικόνες, οι οποίες έως τότε είχαν περιοριστεί σε ιδιωτική μόνο χρήση.

 

Οι εικόνες αντικείμενο διαμάχης

Οι εικόνες έγιναν αντικείμενο θεολογικής και πολιτικής διαμάχης που ταλάνισε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία τον 8ο αιώνα και το πρώτο μισό του 9ου αι. διαχωρίζοντας τους πιστούς σε λάτρεις των εικόνων (Εικονόφιλους ή Εικονολάτρες) και σε μαχόμενους των εικόνων (Εικονομάχοι ή Εικονοκλάστες). Οι υπερβολές της έκφρασης των δύο τάσεων οδήγησαν σε έντονες και σκληρές διαμάχες μεταξύ των δύο πλευρών, οι οποίες έληξαν το 842 με ενέργειες της Θεοδώρας, αυτοκράτειρας του Βυζαντίου, συζύγου του Θεόφιλου, η οποία αναστήλωσε τις εικόνες σε εκκλησίες και μοναστήρια και επέφερε και το οριστικό τέλος της Εικονομαχίας. Οι Εικονομάχοι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ότι η εικόνα δεν φανερώνει τη φύση αυτού που εικονίζει αλλά το πρόσωπό του και όχι τη «θεϊκή» του υπόσταση. Η εικόνα δεν «φανερώνει» για τον Ορθόδοξο Χριστιανό το πρόσωπο, αλλά γίνεται το μέσο, η γέφυρα, του πιστού με το Θείο. Ο Ορθόδοξος Χριστιανός δεν λατρεύει την εικόνα, την προσκυνά, την «χαιρετά» με τη στάση του και μέσα από αυτήν έρχεται σε πνευματική σχέση με το περιεχόμενο της πίστης του. Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό η εικόνα μας μορφώνει, μας ανοίγει δρόμους γνώσης και «διηγείται» μέσα από τα πρόσωπα ή τις σκηνές που απεικονίζει τη «ζωή» της εκκλησίας.