Συχνά οι Χριστιανοί κάνουμε λόγο για τον Άγιο Θεόδωρο και είναι λάθος μιας και οι Άγιοι Θεόδωροι ήταν δύο και όχι ένας! Παράλληλα εκ παραδρομής θεωρούμε ότι η Αγία Θεοδώρα είναι ταυτόσημη με τους Αγίους Θεοδώρους γεγονός που είναι και αυτό λάθος μιας και η Αγία Θεοδώρα δεν είχε καμία σχέση με τους δύο πολύ σημαντικούς αυτούς Αγίους, τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη και τον Άγιο Θεόδωρο τον Τύρωνα.

Ποιοι ήταν όμως οι Άγιοι Θεόδωροι και γιατί έχουν τόσο σημασία στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Η Ιστορία μας αφηγείται ότι μόλις σταμάτησαν οι πρώτοι σφοδροί διωγμοί κατά των Χριστιανών και επακολούθησε η αναγνώριση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του νέου κράτους του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι Χριστιανοί έσπευσαν χωρίς φόβο να τιμήσουν τους ήρωες της Πίστεως. Όσους δηλαδή μέσα από τον αγώνα που διεξήγαγαν και τα άδικα μαρτύρια που υπέστησαν, κατάφεραν να νικήσουν τον εχθρό και καταξιώθηκαν ως Άγιοι, προστάτες των απλών πιστών.

Οι Άγιοι Μεγαλομάρτυρες Θεόδωροι, ο Στρατηλάτης και ο Τήρων, υπήρξαν δύο σθεναροί ακόλουθοι του Ιησού Χριστού, τους οποίους τίμησαν και τιμούν μέχρι σήμερα οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Το πλήθος των ναών που έχουν οικοδομηθεί προς τιμή Τους, είτε μαζί, είτε κυρίως ξεχωριστά, δηλώνουν την εμβέλεια της απήχησης που απολάμβαναν ανάμεσα στους Χριστιανούς.

Ένας από τους αρχαιότερους ναούς βρίσκεται στα Ευχάιτα της Γαλατίας της Μικράς Ασίας. Εκεί, σύμφωνα με την Παράδοση, βρίσκονταν οι τάφοι των Αγίων. Παράλληλα, στη συνοικία των Σφωρακίου στην Κωνσταντινούπολη, βρίσκεται άλλος ναός των Αγίων, όπου τελείτο Σύναξη κατά το πρώτο Σάββατο των νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, προς τιμή του «θαύματος με τα κόλλυβα» (βλέπε παρακάτω) του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.

 

Γιατί γιορτάζονται μαζί;

Η μνήμη τους Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος εορτάζεται στις 17 Φεβρουαρίου όμως του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτου τιμάται λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 8 Φεβρουαρίου. Η Σύνοδος της Λαοδικείας, ανάμεσα στους κανόνες που εξέδωσε ήταν και εκείνος που ανέφερε ρητά ότι «δεν πρέπει να εορτάζονται Άγιοι κατά τη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αλλά να μετατίθεται η μνήμη Τους στο αμέσως επόμενο Σάββατο ή την Κυριακή». Έτσι, χάρις στο μεγάλο θαύμα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος με τα κόλλυβα που έγινε την Καθαρά Δευτέρα, μετατέθηκε η μνήμη των Αγίων Θεοδώρων στο πρώτο Σάββατο των νηστειών.

Ο συνεορτασμός των Αγίων οδήγησε ορισμένους νεότερους σχολιαστές να υποστηρίξουν την άποψη ότι δήθεν δεν υπήρχαν δύο Άγιοι Θεόδωροι, αλλά ένας και ότι αυτό οφείλεται σε δύο διαφοροποιημένα Συναξάρια. Η άποψη αυτή, φυσικά, δεν ευσταθεί διότι η Εκκλησία παρέλαβε από την αρχή να τιμά δύο Αγίους Θεόδωρους. Τα κείμενα που περιγράφουν τα μαρτύριά Τους είναι αρχαία.

Το αρχικό κείμενο για τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη συνέγραψε ο γραμματέας του και αυτόπτης μάρτυρας των βασανιστηρίων που υπέστη, Ούαρος ή Αύγαρος. Το κείμενο αυτό έχει εκδοθεί επιστημονικά στο τέλος του 19ου αιώνα. Εξάλλου, υπάρχει πληθώρα κειμένων προς τιμή του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα και έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης από πολλούς επιστήμονες.

Το αρχικό κείμενο που περιγράφει το μαρτύριο του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος είναι κι αυτό πολύ παλαιό και έχει εκδοθεί μαζί με το κείμενο του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη τον 19ο αιώνα. Ο συντάκτης του κειμένου είναι άγνωστος, η ύπαρξη όμως του κειμένου μαρτυρείται από τον Άγιο Γρηγόριο επίσκοπο Νύσσης, που έζησε κατά τον Δ΄ αιώνα. Και για τον Άγιο Θεόδωρο τον Τήρωνα υπάρχουν και άλλα κείμενα που αναφέρονται σε αυτόν. Όλα τα παραπάνω συνηγορούν στο ότι οι Άγιοι Θεόδωροι υπήρξαν ως ξεχωριστά πρόσωπα και δεν ευσταθεί η άποψη ότι ήταν ένας Άγιος Θεόδωρος.

 

Οι Άγιοι Θεόδωροι στην Κύπρο

Όπως αναφέραμε, στην Ελλαδική Εκκλησία οι Άγιοι Θεόδωροι τιμώνται μαζί το πρώτο Σάββατο των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και όχι κατά την ημέρα της μνήμης τους στις 8 και 17 Φεβρουαρίου. Η Εκκλησία της Κύπρου δεν ακολουθεί αυτή την Παράδοση και τιμά τη μνήμη τους ξεχωριστά. 

 

Οι Χαρακτήρες των Αγίων Θεοδώρων στη βυζαντινή αγιογραφία

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης κατείχε εξέχουσα θέση στην τάξη των στρατιωτικών Αγίων και λατρευόταν ιδιαίτερα στο Βυζάντιο, γεγονός που οφείλεται τόσο στη φήμη Του ως Μεγαλομάρτυρα όσο και στο ότι αντιπροσωπεύει τον ιδεώδη τύπο του υπερασπιστή της Αυτοκρατορίας αλλά και της Εκκλησίας στη βυζαντινή κοινωνία. Ο άγνωστος στρατιώτης που, πάνω σε λευκό άλογο, κατατρόπωσε τις εχθρικές φάλαγγες των Ρώσων στη Δρίστρα το 971 μ.Χ., θεωρήθηκε ότι ήταν ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, προστάτης του αυτοκράτορα Ιωάννη Τζιμισκή.

Σύμφωνα με τον βυζαντινό ιστορικό Ιωάννη Σκυλίτζη, την προηγούμενη της μάχης, μια σεβάσμια γυναίκα είδε σε όραμα την Παναγία να μιλά με ένα στρατιώτη λέγοντάς του: «Κύρ Θεόδωρε, ο εμός και σος Ιωάννης περιστάσεσι συνέχεται, και σπεύσον εις την αυτού βοήθειαν».

 

Τα Ευχάιτα που έγιναν Θεοδωρούπολη

Ο αυτοκράτορας, προκειμένου να τιμήσει τον Άγιο και για να ξεπληρώσει τη βοήθεια που του προσέφερε, γκρέμισε τον παλαιό́ ναό του στα Ευχάιτα, όπου φυλασσόταν η λάρνακα του Αγίου και έκτισε στη θέση του έναν μεγαλύτερο και ωραιότερο, προικίζοντάς τον με κτήματα και μετονομάζοντας τα Ευχάιτα σε Θεοδωρούπολη.

Ο χαρακτήρας του Αγίου Θεόδωρου του Στρατηλάτη περιγράφεται από τον Ευθύμιο Ζυγαδινό: «Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, υπήρξε βαθύς γνώστης της ρητορικής τέχνης, δηλαδή μπορούσε να χειριστεί με ιδιαίτερα περίτεχνο τρόπο τη γλώσσα της εποχής Του.

Παράλληλα ξεχώριζε από τους άλλους ανθρώπους και στην ομορφιά  του σώματός Του και την ανδρεία. Η στρατιωτική ενδυμασία Του ήταν εξαιρετικής ποιότητας, όπως και η συμπεριφορά Του, η οποία χαρακτηριζόταν από αυτοκρατορική σεμνότητα. Όλα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά του Αγίου τον κατέστησαν ζηλευτό άντρα και αξιαγάπητο από όλους».

 

Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων

Παρότι ανήκε στην τάξη των νεοσυλλέκτων στρατιωτών, στέκεται πάντοτε ισοστάσιος και ισόβαθμος του Στρατηλάτη. Ως προς τα χαρακτηριστικά του προσώπου Του έχει πυκνή, κοντή και περιποιημένη γενειάδα, κοντοκομμένα μαλλιά που αφήνουν ελεύθερα τα αυτιά. Η έκφρασή Του είναι σοβαρή και αγέρωχη εκφράζοντας δυνατό χαρακτήρα και πρόσωπο συνετού άντρα με κύρος. Αυτό το χαρακτηριστικό ενισχύεται από την προχωρημένη ηλικία της ωριμότητας.

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων, εκτός από πεζός να κρατεί κοντάρι και ασπίδα ή σταυρό, ιστορείται αρματωμένος να επιβαίνει επάνω σε κοκκινωπό άλογο, και ορισμένες φορές να φονεύει πράσινο δράκο. Και οι δύο Θεόδωροι θεωρούνται οι κατ' εξοχήν Άγιοι του θριάμβου και της νίκης κατά του κακού πνεύματος (δράκοντα).

 

Το θαύμα με τα κόλλυβα

Όταν ανέβηκε στο θρόνο του Βυζαντίου, ο Ιουλιανός (361-363 μ.Χ.) πραγματοποίησε μεγάλο διωγμό κατά των Χριστιανών. Γνωρίζοντας το τυπικό για τη νηστεία την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, κάλεσε τον έπαρχο της Κωνσταντινούπολης και του είπε να αποσύρει από την πόλη τα τρόφιμα που ήταν νηστίσιμα, υποχρεώνοντας τους Χριστιανούς είτε να μη νηστεύσουν, είτε να μείνουν νηστικοί. Έτσι κι έγινε...

Τότε εμφανίστηκε μπροστά στον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Ευδόξιο, ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων και του είπε «σύναξε το ποίμνιο του Χριστού και δώσε εντολή, κανένας Χριστιανός να μην αγοράσει τίποτα απ’ όσα πουλιούνται, διότι όσα πωλούνται στην αγορά είναι μιασμένα, αφού με εντολή του βασιλιά έχουν μολυνθεί από αίμα ειδωλόθυτων ζώων, και αναπλήρωσε τις ελλείψεις, χορηγώντας κόλλυβα». Ο Ευδόξιος εκπλήρωσε αμέσως το θέλημα του Αγίου και έτσι ματαιώθηκε ο σκοπός του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα, που η Εκκλησία τον ονόμασε «Παραβάτη».

Το «θαύμα των κολλύβων» αποτέλεσε την αφετηρία για την εκκλησιαστική καθιέρωση των κολλύβων, ως επιμνημόσυνων προσφορών, για να «συχωρεθεί» η ψυχή των πεθαμένων. Το βασικό συστατικό τους είναι το σιτάρι, που συμβολίζει τον θάνατο και την ανάσταση (Ιωάννου ιβ’ 24: «εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει»).

 

Η Αγία Θεοδώρα η Αυγούστα

Η Αγία Θεοδώρα γεννήθηκε το 815 μ.Χ., στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας.  Απέκτησε με τον εικονομάχο αυτοκράτορα Θεόφιλο έναν γιο, τον Μιχαήλ, και πέντε θυγατέρες: Τη Θέκλα, την Άννα, την Αναστασία, την Πουλχερία και τη Μαρία. Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική και θρησκευτική διαπάλη γύρω από το ζήτημα της λατρείας ή όχι των εικόνων, που είχε ξεκινήσει ήδη από το 730 μ.Χ., από τον ιδρυτή της δυναστείας των Ισαύρων Λέοντα τον Γ’. Η διαμάχη αυτή χώρισε το Βυζάντιο σε δύο μέρη: Στους εικονολάτρες και στους εικονομάχους.

Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος ακολούθησε εικονομαχική πολιτική με βασανιστήρια, διώξεις και καταστροφή ιερών κειμηλίων και εικόνων (π.χ. ασβέστωμα των ιερών Εικόνων). Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα έμεινε πιστή στις θρησκευτικές αρχές που είχε διδαχθεί από τους γονείς Της και μαζί με τα παιδιά Της κρυφά στα διαμερίσματά Της αλλά και σε επισκέψεις στη μητέρα Της, απέδιδαν τις πρέπουσες τιμές στους Αγίους. Αποκαλούσαν μητέρα και παιδιά τις ιερές Εικόνες ''καλά νινιά'' για να μην καταλάβει κάτι ο αυτοκράτορας.

Το 842 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Θεόφιλος αρρώστησε βαριά από δυσεντερία τόσο που παραμορφώθηκε το στόμα του και ο λάρυγγάς του είχε βγει έξω. Σε όραμά Της η αυτοκράτειρα Θεοδώρα είδε, την άχραντο Θεοτόκο με το θείο βρέφος αγκαλιά, περιστοιχισμένη με λαμπροφορεμένους αγγέλους, οι οποίοι έδερναν τον Θεόφιλο ανελέητα.

Καθώς ξύπνησε άκουσε τον σύζυγό της να λέει αναστενάζοντας, «Αλίμονό σε μένα τον άθλιο και δυστυχή. Για τις άγιες Εικόνες με κτυπάνε;» και η Θεοδώρα παρακαλούσε θερμά την εικόνα του Χριστού που είχε βγάλει από τα σεντούκια, να τον λυπηθεί. Ξαφνικά ο Θεόφιλος άρπαξε και καταφιλούσε μια εικόνα, που σαν εγκόλπιο είχε κρεμασμένη ένας από τους παρευρισκομένους.

Το θαύμα έγινε και το στόμα και ο λάρυγγάς του επανήλθαν στη φυσιολογική τους κατάσταση. Με τον θάνατο του συζύγου Της το 842 μ.Χ.  ανέβηκε στο θρόνο ο ανήλικος υιός της Μιχαήλ σε ηλικία τριών ετών. Η Αυγούστα, ως επίτροπος του υιού Της συγκρότησε και επικύρωσε τα πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας (787 μ.Χ.), κατέβασε από τον πατριαρχικό θρόνο τον εικονομάχο Ιωάννη τον 7ο και ανέβασε τον Μεθόδιο.

Επίσης αποφασίστηκε η οριστική αναστήλωση των ιερών Εικόνων. Έδωσε εντολή να αφεθούν ελεύθεροι από τις φυλακές και να επιστρέψουν από τις εξορίες όσοι εξαιτίας των εικόνων είχαν βασανισθεί και εκδιωχθεί. Με απόφαση της Συνόδου το 842 μ.Χ., συγκεντρώθηκαν στην Αγία Σοφία όσοι Πατέρες, μοναχοί, κληρικοί είχαν διασωθεί από την αυτοκρατορική οργή και με επικεφαλής την Αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τον γιό της Μιχαήλ, τέλεσαν λιτανεία των Ιερών Εικόνων με θυμιατά, λαμπάδες και επανέφεραν στους ναούς τις ιερές Εικόνες. Η Εκκλησία μας τιμά και εορτάζει αυτό το γεγονός κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή των Νηστειών, η οποία ονομάσθηκε Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Όμως κηδεμόνας του Μιχαήλ ήταν ο αδερφός της Βάρδας, άνθρωπος ποταπός και ασεβής, που παρέσυρε σε ανόσιες πράξεις τον ανιψιό του. Αφού συκοφάντησε για κατάχρηση του αυτοκρατορικού ταμείου τη Θεοδώρα και πως επιβουλευόταν τον υιό της, κατάφερε να ξεσηκώσει τον Μιχαήλ εναντίον της και την έκλεισε στο μοναστήρι των Γαστρίων μαζί με τις κόρες Της. Εκεί εξανάγκασε τον Πάτρωνα, αδερφό της Θεοδώρας να τις κάρει μοναχές. Έζησε έως την κοίμησή Της εκεί, διαπρέποντας στο μοναχικό βίο όπως και στον αυτοκρατορικό με τις αρετές και την πιστή Της, στηρίζοντας τις κόρες Της.

H αληθινή Της ευσέβεια και η ορθόδοξη πίστη Της, δεν άφησαν τη Θεοδώρα να παρασυρθεί από αλαζονεία, ματαιοδοξία για τη βασιλική δόξα που είχε ζήσει, αλλά με πραγματική ταπείνωση έζησε εν Χριστώ. Κοιμήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου του 867 μ.Χ. και καθώς μετά την ανακομιδή το ιερό λείψανό Της βρέθηκε άθικτο, ευωδίαζε μύρο και επιτελούσε πολλά θαύματα, η Εκκλησία μας την ανακήρυξε Αγία. Το σεπτό σκήνωμα, φυλασσόταν έως το 1456 στην Κωνσταντινούπολη και μετά την πτώση της μεταφέρθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό της Κέρκυρας.

 

Αγία Θεοδώρα Βάστα Πελοποννήσου

Η Αγία Θεοδώρα καταγόταν από την Αγιοτόκο και Ηρωοτόκο Πελοπόννησο γι’ αυτό και από κάποιους ονομάζεται Αγία Θεοδώρα η «Πελοποννήσια». Ως προς την καταγωγή Της πιθανότερες περιοχές φαίνεται να είναι η Αρκαδία και η Μεσσηνία.

Έζησε κατά τον 9ον αιώνα μ.Χ. (κατά άλλους τον 10ο αιώνα μ.Χ.) δηλαδή στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι γονείς της υπήρξαν άνθρωποι φτωχοί και άσημοι αλλά αγαπούσαν τον Θεό και μετέδωσαν στα παιδιά τους την Πίστη τους.