Δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι η Ανάσταση του Χριστού ως «εορτή εορτών», συνιστά τη θεμελιώδη αλήθεια και το απόλυτο γεγονός της χριστιανικής πίστης. Σηματοδοτεί την πιο αποφασιστική απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τον φόβο του θανάτου και την κυριαρχία του διαβόλου. Είναι η αρχή της νέας δημιουργίας, η εκπλήρωση της υπόσχεσης και η διασφάλιση της σωτηρίας των ανθρώπων με τη βεβαιότητα της πνευματικής ανάστασης των νεκρών, έννοιας εντελώς διαφορετικής από εκείνην της ελληνικής φιλοσοφικής θεωρίας περί αθανασίας της ψυχής.

 

Πάνω από την Ιστορία

Η Ανάσταση, με άλλα λόγια, δεν είναι απλώς ένα γεγονός τεράστιας ιστορικής σημασίας, αλλά βρίσκεται πάνω από την Ιστορία, στην οποία δίνει νέο νόημα, νέα αφετηρία και μια καινή διαθήκη,  προσανατολίζοντάς την προς ένα καινούργιο κόσμο, μια καινούργια ζωή τελείως διαφορετική από τη συμβατική, της φθοράς, του πόνου και του θανάτου.

 

Γιατί λέμε “Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…” αφού δεν υπάρχει αυτόπτης μάρτυρας;

Ο Χριστός επέτρεψε να δουν όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί τον θάνατό του στον Σταυρό: Στους Ρωμαίους, στους Ιουδαίους, τους Γραμματείς και Φαρισαίους, τους αδελφούς και φίλους Του και φυσικά στη Μητέρα Του, τη Θεοτόκο. Ο λόγος είναι ότι ήθελε να βλέπουν την Ανάσταση με το Πνεύμα και όχι με τα σαρκικά μάτια, ήθελε να πιστέψουν σε αυτό που ένιωσαν όχι σε αυτό που είδαν. Και το σημαντικότερο; Ήθελε να τη δουν καθαρά, ωστόσο - δυστυχώς - οι περισσότεροι από τους ανθρώπους πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, όμως πολύ λίγοι είναι εκείνοι, που τη βλέπουν καθαρά. Μα εκείνοι που δεν την έχουν δει, δεν μπορούν και να προσκυνήσουν τον Ιησού Χριστό, ως Άγιο και Κύριο. Διότι, όπως λέει η Γραφή, «κανείς δεν μπορεί να ομολογήσει Κύριο τον Ιησού, ει μη μόνο με το Πνεύμα το Άγιο» (Α΄ Κορ. 12.3). Και αλλού λέγει: «Πνεύμα είναι ο Θεός και όσοι τον προσκυνούν, πρέπει να τον προσκυνούν πνευματικά και αληθινά» (Ιω. 4.24).

Η προσευχή, την οποία κάθε μέρα προφέρουμε, δεν λέγει «Ἀνάστασιν Χριστοῦ πιστεύσαντες…» («Αφού πιστέψαμε στην Ανάσταση του Χριστού…»), αλλά «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, τόν μόνον ἀναμάρτητον.»

(«Αφού είδαμε την Ανάσταση του Χριστού, ας προσκυνήσουμε τον Άγιο Κύριο Ιησού, τον μόνο αναμάρτητο.»)

 

Η προσωπική ανάσταση του καθενός όχι μια Ανάσταση που έγινε άπαξ πριν 1989 χρόνια…

Πώς λοιπόν μας προτρέπει τώρα το Πνεύμα το Άγιο να λέμε «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», σαν να την έχουμε δει την Ανάσταση, την οποία όμως δεν είδαμε, αφού ο Χριστός αναστήθηκε μια φορά πριν από 1989 χρόνια και κανείς τότε δεν τον είδε να ανασταίνεται; Σύμφωνα με τον Άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο που έζησε στα τέλη του 10ου και τις αρχές του 11ου αιώνα η ερμηνεία είναι απλή: Ότι σε κάθε έναν από εμάς τους πιστούς συντελείται μέσα του η Ανάσταση του Χριστού. Και αυτό όχι μόνο μια φορά, αλλά κάθε ώρα, θα έλεγε κανείς, αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός μέσα μας ανασταίνεται, λαμπροφορώντας και απαστράπτοντας τις αστραπές της αφθαρσίας και της Θεότητας.

Σε όσους λοιπόν φανερωθεί ο Χριστός, αναστημένος, τους εμφανίζεται οπωσδήποτε με τρόπο πνευματικό, στα πνευματικά μάτια της ψυχής τους.

Και όταν έλθει μέσα μας, με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος, μας ανασταίνει από τους νεκρούς και μας ζωοποιεί.

 

Ο λόγος της ανάγκης βίωσης της πραγματικής ζωής

Το πραγματικό, βέβαια, γεγονός του θανάτου, αποτέλεσμα της πτώσης του ανθρώπου, της ελεύθερης δηλαδή επιλογής του να παρακούσει τον Θεό και έτσι να διακόψει την κοινωνία μαζί Του, δεν εξέλειπε. Ο θάνατος, ως ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου, κατά τον Απόστολο Παύλο, θα καταργηθεί στα έσχατα, («ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος», Α΄ Κορ 15,26). Με την πίστη στην Ανάσταση του Χριστού, όμως, οι πιστοί είναι πλέον σε θέση να βιώσουν την αυθεντική ζωή, το «περισσόν της ζωής» κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη (ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν, Ιω 10,10). Μια τέτοια ζωή, χωρίς την καταλυτική επίδραση του διαβόλου, χάρισε με την Ανάσταση του Χριστού στους ανθρώπους ο Θεός, «ὁ τὸν θάνατον καταπατήσας τὸν δὲ διάβολον καταργήσας».

Με τον θάνατό Του, δηλαδή, ο Χριστός κατήργησε τον διάβολο, που μέχρι τότε εξουσίαζε τον θάνατο, και απάλλαξε τον άνθρωπο, που για όλη του τη ζωή ήταν υποκείμενο δουλείας εξ αιτίας ακριβώς του φόβου του θανάτου.

Η πεποίθηση αυτή διασώθηκε αναλλοίωτη στην μακραίωνη παράδοση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπου το Πάσχα, το γεγονός δηλαδή της Αναστάσεως εορτάζεται με μεγαλύτερη λαμπρότητα από ό,τι παραδοσιακά στον Δυτικό κόσμο, στον οποίο κυρίαρχη εορτή είναι αυτής της Γέννησης του Σωτήρα.

 

Η σημασία της Πίστης

Ο πρώτος θεολόγος, που ανέπτυξε θεολογικά την καθοριστική σημασία του γεγονότος της Αναστάσεως του Χριστού, ήταν Απόστολος Παύλος. Στο πρώτο του, και για πολλούς αρχαιότερο, γραπτό κείμενο, την Α΄ Θεσσαλονικείς, ο Παύλος για πρώτη φορά αναφέρεται στη σημασία της Ανάστασης για το μέλλον των χριστιανών: «εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι ᾿Ιησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ» (4,14). Με άλλα λόγια, η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού οδηγεί με βεβαιότητα στη συμμετοχή των πιστών στην εσχατολογική Βασιλεία του Θεού, κατάσταση απείρως ενδοξότερη και από αυτήν του Παραδείσου.

 

Η ανάγκη να μην ταυτιστεί η Ανάσταση με την Ιστορία

Τόσο ο Χριστός όσο και οι μαθητές Του δεν θέλησαν να ταυτιστούν με ιστορικά γεγονότα που θα τους περιόριζαν και θα παρήγαγαν υλικό που αποδεικνύεται με θετικό – επιστημονικό τρόπο (συλλογή πληροφοριών, μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, συγκρίσεις γραπτών κειμένων, αναφορές τρίτων ή γραπτές μαρτυρίες των ιδίων των πρωταγωνιστών, εξέταση διαφόρων αντικειμένων, αρχαιολογικών ερευνών κ.α.). Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τα γεγονότα της Αγίας Γραφής και της ανάστασης του Κυρίου. Δεν χωρεί εδώ επιστημονικο-θετική επαλήθευση. Η Σταύρωση είναι ιστορικό γεγονός για όλους, η Ανάσταση είναι πνευματικό για τους πιστούς.

 

Η Ανάσταση γέννησε το πάθος στους μαθητές

Ο φυσικομαθηματικός Πασκάλ είχε τονίσει τη μεγάλη αξία της θυσίας των αποστόλων και των μαθητών του Κυρίου ως απόδειξη ισχυρή για την Ανάστασή Του – την οποία μάλιστα δεν είδαν με τα μάτια τους.

Το μαρτυρικό τέλος των αποστόλων και μαθητών του Χριστού είναι μεγάλη απόδειξη για την αλήθεια της Αναστάσεως του Κυρίου. Δεν θα κήρυτταν ποτέ, με τέτοιο σθένος και δύναμη και με μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους, αυτοί οι ταπεινοί ψαράδες, τελώνες κ.λπ. ένα ψέμα, που τους οδήγησε, και ήταν εν γνώσει τους, όχι μόνο στο να γίνουν αποσυνάγωγοι, να χάσουν περιουσίες, να κυνηγηθούν, να φυλακιστούν και να μαστιγωθούν επανειλημμένως, αλλά και να μαρτυρήσουν με την ζωή τους τον ένδοξο και αναστημένο Χριστό.

Υπήρχε περίπτωση να δεχθούν να πεθάνουν ατιμωτικά και με φρικτά βασανιστήρια μια ομάδα ανθρώπων-αποστόλων, εάν γνώριζαν ότι κηρύττουν παραμύθια για παιδιά; Διότι όχι μόνο δεν διέθεταν κανένα κοσμικό μέσο, γνωριμίες και πολιτικές διασυνδέσεις εξασκώντας αρχικά το δημόσιο κήρυγμά τους περί ενός μάλιστα ταπεινωμένου, εξοντωμένου πάνω στο σταυρό και ως κακούργου θεωρουμένου βασιλέα, αλλά και διότι τρελοί δεν ήσαν, αν σκεφθούμε ότι το κήρυγμά τους είναι ό,τι πιο υψηλό έχουν να επιδείξουν όλοι οι αιώνες. Οι ευαγγελιστές άλλωστε δεν μιλάνε για συγκεκριμένη ώρα Ανάστασης που δεν γνωρίζουν, ενώ ο αναστάς καταγράφεται στα ευαγγέλια ότι εμφανίστηκε στους μαθητές του σε 11 περιπτώσεις και σε πάνω από 500 αδελφούς.

 

Τεκμηριωμένος θάνατος, τεκμηριωμένη Ανάσταση

Ο Ιησούς εκτελέσθηκε δημόσια, πιστοποιήθηκε η εκτέλεσή Του από τον Ρωμαίο Επίτροπο Πιλάτο, από τον υπεύθυνο εκατόνταρχο και τους Ρωμαίους στρατιώτες, και, πριν απ' όλα αυτά, δέχθηκε ένα ισχυρότατο πλήγμα με ακόντιο στην πλευρά, από την οποία οπή, σε μέγεθος γροθιάς, έτρεξε αίμα και νερό (Ιω. 19,34). Ο ορός αυτός  (νερό και αιμοσφαίρια), που σχηματίζεται στο περικάρδιο ενός νεκρού ανθρώπου και σταματά την κίνηση της καρδιάς, είναι σήμερα μια μοναδική ιατροδικαστική απόδειξη ότι ο αρχηγός της Ζωής είχε πράγματι πεθάνει. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ήταν αδύνατον να είχε απλά ...... λιποθυμήσει ο Ιησούς, να σηκώθηκε και να βγήκε από τον τάφο. Άλλωστε ούτε οι Εβραίοι τόλμησαν να ισχυριστούν κάτι τέτοιο, παρά μίλησαν μόνο για κλοπή…..όμως….

 

Το άκυρο επιχείρημα της κλοπής

…Δεν συζητάμε καν αυτήν την ευφάνταστη περίπτωση να είχαν κλέψει το σώμα Του κάποιοι από τους εχθρούς του, Ηρωδιανοί και Σαδδουκαίοι καθώς και στελέχη του Ναού,  αφού αυτό ακριβώς ήθελαν να αποφύγουν: Τη λαϊκή πίστη ότι ίσως ανασταινόταν απ’ τους νεκρούς.

Καταρχάς, ο τάφος ήταν πράγματι άδειος, και αυτό διαπιστώνεται από δύο πράγματα: Το ένα είναι πως αν κατείχαν οι Ιουδαίοι αρχιερείς το νεκρό σώμα του Ιησού, θα το παρουσίαζαν αμέσως ως απόδειξη τού ότι δεν είχε αναστηθεί εκ του τάφου και για να σταματήσουν το κηρυκτικό έργο των αποστόλων.

 

Η ιστορική τεκμηρίωση του Ιουστίνου

Το δεύτερο είναι μια έγγραφη απόδειξη από τον Ιουστίνο, το Φιλόσοφο και Μάρτυρα, ο οποίος ήταν μάλιστα και Ιουδαίος. Αυτός ο άνδρας, 100 χρόνια  περίπου μετά την Ανάσταση του Χριστού, στο έργο του “Διάλογος προς Τρύφωνα” αναφέρει ότι οι Ιουδαίοι είχαν στ' αλήθεια διαδώσει μια τέτοια πλάνη, ότι δηλαδή οι μαθητές της “παράνομης αίρεσης των Χριστιανών” είχαν κλέψει το σώμα του  εκτελεσθέντος από τους ομοεθνείς του, Ιησού, τη νύχτα κατά την οποία πέθανε και ετάφη. Δεδομένου ότι ο Ιουστίνος, απευθυνόμενος στο ιουδαϊκό του περιβάλλον προς υπεράσπιση του Χριστιανισμού, προβάλλει μια τέτοιας εκτάσεως κατηγορία προς αυτούς, πιστοποιεί ότι πράγματι ο τάφος την Κυριακή του Πάσχα βρέθηκε κενός καί από τους Ιουδαίους καί από τους μαθητές του Χριστού.

 

Η σαθρή θεωρία ότι οι Μυροφόρες πήγαν σε λάθος τάφο

Αυτή είναι η θεωρία είναι φυσικά διάτρητη από ανακρίβειες.

α) Πρώτα πρώτα οι Μυροφόρες είχαν επισκεφθεί τον τάφο από το βράδυ εκείνο που θάφτηκε μέσα σ' αυτόν ο Ιησούς και δεν πήγαν για πρώτη φορά να τον βρουν ξημερώματα Κυριακής,

β) οι άγγελοι πιστοποίησαν την ανάσταση του Χριστού, γ) ο Πέτρος και ο Ιωάννης έτρεξαν αμέσως στον άδειο τάφο (γνώριζαν φυσικά πού είναι) και είδαν με τα μάτια τους όσα τους καταμαρτυρούσαν οι γυναίκες,

δ) ήταν ο μοναδικός τάφος που είχε πάνω του σπασμένη ρωμαϊκή σφραγίδα και

ε) οι αρχιερείς και οι Ρωμαίοι θα διέψευδαν και γελοιοποιούσαν τους αποστόλους, σε περίπτωση που είχαν κάνει λάθος στην ακριβή τοποθεσία εναπόθεσης του ενδόξου νεκρού σώματος, διδάσκοντας λίγο αργότερα μια υποτιθέμενη Ανάστασή Του.  

 

Ηλίου φαεινότερο…

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς. Η νίκη του Ιησού επί του Σταυρού είναι η νίκη κατά του θανάτου, είναι ο ουράνιος θρίαμβος πάνω στον πόνο, την απελπισία, την απόγνωση, την κακία. Ο Χριστός βάσταξε επί του σταυρού Του την αγωνία και τα πάθη όλου του κόσμου. Μετέφερε την ανθρώπινη κραυγή και το υπαρξιακό κλάμα μέχρι τον θρόνο του Πατέρα Του (καί με την Ανάληψή Του). Και λύτρωσε την ανθρώπινη φύση από την αθλιότητα και πτώση. Έκτοτε ο κάθε άνθρωπος μπορεί με προσωπικό αγώνα, ταπείνωση και αγάπη να ανορθωθεί και ενωθεί κατά χάριν με τον Τριαδικό Θεό.

Να παλέψει με τον κατώτερο εαυτό του (τις αδυναμίες, αστοχίες και τα πάθη του) και με τη δύναμη του Θεού να νικήσει, κάνοντας πράξη την αγιογραφική ρήση που λέει πως «Σ’ εκείνους που αγαπούν τον Θεό, όλα (ακόμη και τα κακά και δυσάρεστα) συνεργούν στο αγαθό». Διότι ο σταυρός και η ανάσταση του Χριστού μάς βεβαιώνουν εσώψυχα πως το κακό, ο φόβος και ο πόνος δεν έχουν πια την τελευταία λέξη στον κόσμο και την ιστορία, αλλά προσωρινές επιμέρους νίκες, ενώ την τελευταία μάχη θα κερδίσει ο πανένδοξος και παντοδύναμος Υιός του Θεού, ερχόμενος μετά των νεφελών του ουρανού, της βασιλείας του οποίου “ουκ έσται τέλος”.