Αν μια άγια εικόνα του Ιησού είναι μοναδική και τα έχει όλα, πνευματική, καλλιτεχνική αξία, Ιστορία και «βάρος», αυτή είναι ο Ιησούς Παντοκράτωρ της Μονής του Σινά. Πρόκειται αναμφίβολα για μια από τις πιο εντυπωσιακές, τις πιο ασκητικές απεικονίσεις της εικόνας του Χριστού που φιλοτεχνήθηκε το α’ μισό του 6ου αιώνα και απεικονίζει τον Χριστό ως Παντοκράτορα, στη Μονή της Αικατερίνης του Σινά.

 

Η άχρονη ύπαρξη και η μη ανθρώπινη φύση…

Η εικόνα ως προς την τεχνική της αναφέρεται ως εγκαυστική, αφού χρησιμοποιήθηκε η ανάμιξη της χρωστικής ουσίας με κερί ή κερί και ρητίνη και η εφαρμογή της με πυρωμένο σίδερο ή άλλο μέσο. Στην εικόνα το πρόσωπο του Χριστού παρουσιάζει μια ανεπαίσθητη ασυμμετρία των ματιών, τα οποία εκφράζουν την άχρονη ύπαρξή Του παραπέμποντας στην τεχνική των Φαγιούμ, ενώ οι αποχρώσεις της σάρκας και το φως που εκπέμπει υπογραμμίζουν τη μη ανθρώπινη φύση Του. Το αντίγραφο της εικόνας του Χριστού Παντοκράτορα στη Μονή του Σινά φέρνει κοντά το πρόσωπο του Χριστού δίνοντας έμφαση στη λάμψη του δέρματος και στην έκφραση των ματιών.

Ο Ιησούς Χριστός Παντοκράτωρ παριστάνεται έως τη μέση, μετωπικός, κρατώντας κλειστό Ευαγγέλιο με το αριστερό Του χέρι και ευλογώντας με το δεξί Του. Η στιβαρή μορφή Του προβάλλει με χρυσό φωτοστέφανο, εμπρός από αβαθή κόγχη που σχηματίζεται σε ψηλό τείχος, ενώ γαλάζιος ουρανός σε κλιμακούμενους τόνους καλύπτει ψηλότερα τον κάμπο.

Η εικόνα, μια από τις σπουδαιότερες που διασώζονται στη Μονή του Σινά, έφερε επιζωγραφήσεις που δεν επέτρεπαν την ορθή χρονολόγησή της. Ύστερα από την πλήρη συντήρησή της το 1962 από τον Τάσο Μαργαριτώφ, η άγια εικόνα συνδέθηκε με άλλες δύο πρώιμες εικόνες του Σινά, την ένθρονη Βρεφοκρατούσα με τους δύο αγγέλους και τον άγιο Πέτρο, αποδίδοντας και τις τρεις σε εργαστήριο της Κωνσταντινούπολης. Έκτοτε η εικόνα κατέλαβε την πιο σημαντική θέση στην ιστορία της Ζωγραφικής των πρώιμων εικόνων. Από πολλές πλευρές η εικόνα συνδέεται με παλαιότερες ζωγραφικές παραδόσεις.

Η εγκαυστική τεχνική της εκτέλεσης, που συναντούμε άλλωστε και σε πρώιμες εικόνες του Σινά, καθώς και η πνευματικότητα του ύφους της μορφής, που θυμίζουν όπως αναφέραμε, έντονα τα νεκρικά πορτρέτα του Φαγιούμ, συνδυάζεται με την πλαστική απόδοση των όγκων του προσώπου με σκιασμένο το αριστερό μάγουλο, την ελαφρά στροφή του σώματος με την αντίστοιχη υπερύψωση και προβολή του αριστερού του ώμου και του Ευαγγελίου, αλλά και την προοπτικά ορθή απόδοση του τείχους με την κόγχη, καθώς και τον γαλάζιο ουρανό στο βάθος.

Όλα αυτά  αποτελούν γνωρίσματα εργαστηρίου υψηλότατης στάθμης με μακρά θητεία στην ελληνίζουσα ζωγραφική. Τέλος, το ήθος της μορφής του «φιλανθρώπου» Χριστού, που τονίζει η διαφορετική εκτέλεση των ματιών, αποτελεί ταυτόχρονα εικαστική αποτύπωση θεολογικών περιγραφών: «ἦν δέ ὡραῖος τῇ ὄψει σφόδρα..εὐόφθαλμος , ἐπίρρινος , ἐπιξανθίζων τό γένειον , μακράν ἔχων τήν τρίχα, σιτόχρους, οὐ στρογγύλην ἔχων τήν ὄψιν ἀλλ ‘ ὑποκατεβαίνουσαν , ὀλίγον ἐπιφοινισσομένην, ὅσον ὑποφαίνειν τό σεμνόν τε καί συνετόν τοῦ ἤθους καί ἥμερον καί τό καθάπαξ ἀόργητον» (μοναχός Επιφάνειος , περ. 800).

Η εικόνα του Χριστού αναδείχθηκε ως ένα μοναδικής ποιότητας πρότυπο της μορφής του Παντοκράτορα σε έναν εικονογραφικό τύπο (πιθανότατα ο Χριστός Χαλκίτης) γνωστό και σε νομίσματα του Ιουστινιανού Β΄ (692-695) με μακρά διάρκεια στη βυζαντινή Ζωγραφική: Από την επιβλητική μορφή Του στα περίφημα ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη (Λέοντος του Στ΄, Δέηση, 13 ου αι.) έως τη γνωστή εικόνα του 13 ου αιώνα στη Μονή Χιλανδαρίου.

 

O Ιησούς Χριστός Καζάν

Στο Μοναστήρι της Θεοτόκου του Καζάν, στη Ρωσία, βρίσκουμε μια ακόμη απεικόνιση της μορφής του Χριστού ως Παντοκράτορα. Το έργο φιλοτεχνήθηκε το 16ο αι., επί αυτοκρατορίας του Ιβάν Δ’ του τρομερού, και αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα αγιογραφίας του Χριστού της Ρωσικής Σχολής, εμπνευσμένο από την πρώτη εικόνα του Χριστού ως Παντοκράτορα, του α΄ μισού του 6ου αι., την εγκαυστική εικόνα που βρίσκεται στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά.