Άγιος Παϊσιος


Ο γέροντας με τα 3 ονόματα και τα εκατομμύρια πιστών

Μια πραγματική λαοθάλασσα συρρέει για να προσευχηθεί στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου κάθε χρόνο στις 12 Ιουλίου οπότε η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου.

Ένας άγιος που βρίσκεται βαθιά στην καρδιά των πιστών, είτε των γνώρισαν είτε όχι, και δίκαια θεωρείται ο αγαπημένος σύγχρονος όλων των Χριστιανών. Πράγματι, αν ζούσε σήμερα ο Πατέρας Παΐσιος θα ήταν 96 χρονών και θα συνέχιζε ενδεχομένως να μιλά ζωντανά στις καρδιές των ανθρώπων που είχαν τη μεγάλη ευλογία να τον συναντήσουν από κοντά.

Αυτός ο γέροντας όμως, ο πατέρας, ο άγιος, ο όσιος - δεν είναι τυχαίος ο πλούτος των προσφωνήσεων που τον συνοδεύουν - είναι πάντα σαν να συνεχίζει να ζει εδώ μαζί μας με τους ζωηρούς του λόγους, τα δεκάδες συγγράμματα και τις διδαχές του, τις μοναδικές και αδιάψευστες προφητείες του και τις θερμές προσευχές του. Πριν εξηγήσουμε γιατί ο γέροντας της καρδιάς μας κατάφερε να γίνει τόσο αγαπητός, αξίζει να αναφέρουμε λίγα στοιχεία για τη ζωή του.

Ο Άγιος Παΐσιος o Αγιορείτης (κατά κόσμο Αρσένιος Εζνεπίδης) γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 1924 και πέθανε σε ηλικία 70 ετών στις 12 Ιουλίου του 1994. Για την αγιοποίηση και κατάταξή του ως Αγίου χρειάστηκε να περάσουν 21 ολόκληρα χρόνια οπότε το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στις 13 Ιανουαρίου 2015 τον κατέταξε στους αγίους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το 2017 ανακηρύχθηκε προστάτης άγιος του στρατιωτικού όπλου των Διαβιβάσεων, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

 

Ο μικρός Αρσένιος που έγινε Παϊσιος

Γεννήθηκε στα Φάρασα στα βάθη της Μικράς Ασίας, στην ιδιαίτερη και μυστηριώδη Καππαδοκία από τον Πρόδρομο (πρόεδρος του χωριού) και την Ευλαμπία Εζνεπίδη. Στις 7 Αυγούστου του 1924 βαφτίστηκε από τον ιερέα της ενορίας Αρσένιο, τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε ως άγιο το 1988. Ο Αρσένιος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα "για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του", όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά είχε πει.

Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, λόγω της ανταλλαγής πληθυσμών, μαζί με καραβάνια προσφύγων, κατέφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά. Στη συνέχεια μετέβησαν στην Κέρκυρα και μετά από 18 μήνες περίπου στην Ηγουμενίτσα και στην Κόνιτσα. Εκεί ο γέροντας ολοκλήρωσε το δημοτικό σχολείο.

 

Ο φιλεύσπλαχνος κατασκευαστής φέρετρων 

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να εκτίσει τη θητεία του στο στρατό ο έφηβος Αρσένιος εργάστηκε σαν ξυλουργός και οι αφηγήσεις λένε ότι όταν του παραγγελλόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος, πενθώντας μαζί με την οικογένεια και αναγνωρίζοντας τη φτώχεια της, δεν ζητούσε χρήματα.

Το 1945 υπηρέτησε σαν ασυρματιστής στον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμά στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Γι' αυτό και πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως "Ασυρματιστή του Θεού". Απολύθηκε από το στρατό το 1949.

 

 

Από το στρατό κατευθείαν στο κελί 

Ο Αρσένιος έφθασε πρώτη φορά στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του, έτσι οριστικά στο Άγιο Όρος εγκαταστάθηκε το 1950, αρχικά στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου όπου και γνώρισε τον πατέρα Κύριλλο, Καθηγούμενος στη Μονή.

Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Το 1954 κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, όπου γνώρισε το γέροντα Συμεών. Το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στον Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον Β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.

Το 1958 πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. To 1962 πήγε στο Όρος Σινά, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος και έμεινε στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Ιβήρων. Tο 1966 αρρώστησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια.

Το 1979 κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στη μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν ένα κελί εγκαταλελειμμένο και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Μετά το 1993 παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι "όλα θα βολευτούν με το χώμα".

Το Νοέμβριο του 1993 βγήκε για τελευταία φορά από το Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10/11). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 χειρουργήθηκε. Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ.

Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά απεβίωσε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

 

Γιατί ήταν τόσο αγαπητός;

• Κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα τόσο χαρισματικό μοναχό που έδινε το χρόνο και τη σοφία του στον καθένα ξεχωριστά. Κοιμόταν σπάνια και δεχόταν τον καθένα προσωπικά έξω στην αυλή της μονής.

• Βοηθούσε σημαντικά σε χειρωνακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση των μοναστηριών.

• Έκανε φιλανθρωπίες, εράνους και βοηθούσε τόσο Χριστιανούς όσο και ετερόδοξους. Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους όταν βρισκόταν στο Όρος Σινά, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.

• Παρηγορούσε του αδύνατους στην πίστη χωρίς να τους οικτίρει. Τους δεχόταν ξανά και ξανά, όταν ολιγοπιστούσαν.

• Προσπαθούσε να πείσει τα ζευγάρια να μην χωρίσουν. Έσωσε πολλούς γάμους και πολλά παιδιά γεννήθηκαν χάρις στην παρέμβασή του.

• Φρόντιζε ιδιαίτερα τους ψυχικά ασθενείς, δεν τους απέρριπτε τους θεωρούσε αδέλφια του, τους μιλούσε όπως και στους άλλους.

• Έφτιαχνε «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

• Είχε το χάρισμα της προόρασης και της διόρασης: Λένε, ότι είχε την αναμφισβητητη δύναμη, να αντιλαμβάνεται το πρόβλημα του ανθρώπου που ήταν απέναντι του, πριν ακούσει έστω και μια λέξη. Με προσευχή και πνευματική καθοδήγηση, του έδινε λύση, φώτιση και δύναμη.

• Δεχόταν τους πάντες, ταπεινούς, καταφρονεμένους, δαιμονισμένους, πόρνους, ξεστρατισμένους, ναρκομανείς, άθλιους που άλλοι απέρριπταν, τελειωμένους από τη ζωή που επέστρεφε στο φως και τη δόξα της πίστης.

• Αδιαφορούσε για οφίτσια και για προβολή στα ΜΜΕ.

• Άφησε τέτοιο έργο που ο θάνατός του δεν προκάλεσε κανένα κενό. Όλοι συνεχίζουν να τον αγαπούν για τα συγγράμματά τους, τις προσευχές και προφητείες του. Και πάντα δίνει παρηγοριά η πνευματική ζωή μαζί του. Οι εικόνες του δίνουν δύναμη και μεγάλη παρηγοριά στους πιστούς.