Βρέθηκε δίπλα στον Ιησού Χριστό από τις πρώτες κιόλας στιγμές της Ζωής Του όταν γεννήθηκε στην ταπεινή φάτνη της Βηθλεέμ. Στάθηκε στο πλευρό της Θεοτόκου πολύ πριν τη γέννηση του Κυρίου, με καρτερία, αυταπάρνηση, υπομονή, αγάπη και φροντίδα. Αν το σκεφτεί κανείς καλύτερα, είναι ο πρώτος Άγιος μετά την Παναγία φυσικά, που αξιώθηκε, να δει, να ζήσει και να γνωρίσει τον Ιησού τόσο πολύ και από τόσο κοντά, για να τον διδάξει τα πρώτα Του βήματα και την τέχνη του ξυλουργού που ασκούσε ο ίδιος, έως τα 12 χρόνια του Κυρίου, οπότε και χάνονται τα ίχνη Του στην Αγία Γραφή.

Ο λόγος για τον Άγιο Ιωσήφ τον Μνήστορα, έναν σημαντικό Πατέρα της Ορθοδοξίας, τον μνηστήρα της Θεοτόκου, απόγονο του Δαβίδ από τη Βηθλεέμ που ωστόσο ζούσε στη Ναζαρέτ. Ο Άγιος Ιωσήφ πρωταγωνιστεί στην ιστορία της γέννησης του Κυρίου έως και τα πρώτα του χρόνια. Καταγόταν από τη Βηθλεέμ, την «πόλη Δαβίδ» και το όνομά του σημαίνει: «ο τέλειος του Θεού». Ήταν χήρος, προχωρημένης ηλικίας και μεγάλωνε μόνος του τα επτά παιδιά του (Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων, Ιούδας, Εσθήρ, Θάμαρ ή Μάρθα και Σαλώμη). Ζούσε με δικαιοσύνη και αγιότητα. Όταν η Θεοτόκος έγινε δώδεκα - δεκατριών ετών, οι ιερείς του Ναού και ιδιαίτερα ο Άγιος Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη του Προδρόμου, οδηγημένοι από το Άγιο Πνεύμα, έκριναν ότι έπρεπε να προσκολληθεί σε κάποιο δίκαιο και ενάρετο άνδρα.

Στο πρόσωπο του ευσεβούς και δίκαιου Ιωσήφ βρήκαν όλα αυτά που αναζητούσαν για την Παρθένο Μαρία με την οποία τον αρραβώνιασαν, διαβλέποντας ότι ο προχωρημένης ηλικίας ενάρετος Ιωσήφ δεν θα γίνει ποτέ σύζυγός της και θα Τη σεβαστεί καθ’ όλα.

Έτσι, σύμφωνα με το Δίκαιο της εποχής εκείνης, η Παρθένος Μαρία τον ακολούθησε στο σπίτι του στη Ναζαρέτ, όπου ζούσαν με προσευχή και φόβο Θεού.

Εκεί η Μαρία είχε μια θέση στην οικογενειακή ζωή του Ιωσήφ όπου και εργαζόταν ως οικονόμος του σπιτιού με τον μνηστήρα της να της προσφέρει προστασία και όλα τα αναγκαία για να ζει. Σύμφωνα μάλιστα με το Ιερό Ευαγγέλιο, στο ταπεινό αυτό σπίτι Την επισκέφτηκε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, αναγγέλλοντάς της τη θεία βούληση, το άγιο κάλεσμα να γίνει Μητέρα του Θεού (Λουκ.1,27-38), να γίνει δηλαδή από ανθρώπινης πλευράς, η «πρωταγωνίστρια» της σωτηρίας του κόσμου.

Η Παρθένος Μαρία δεν φανέρωσε το υπέρτατο υπερφυσικό γεγονός του Ευαγγελισμού Της για τη θεία κυοφορία της στον Ιωσήφ, κάτι που εμπιστεύθηκε μόνο στην εξαδέλφη της, Αγία Ελισάβετ, μητέρα του Προδρόμου και σύζυγο του Ζαχαρία.

Το ταξίδι στη Βηθλεέμ

Εκείνη την εποχή οι ρωμαϊκές αρχές αποφάσισαν να κάνουν απογραφή όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας, για φορολογικούς λόγους ενώ για μεγαλύτερη ακρίβεια των στοιχείων, οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να απογραφούν στον τόπο της καταγωγής τους. Ως εκ τούτου ο Ιωσήφ αναγκάστηκε, μαζί με τη Μαρία, να μεταβούν στη Βηθλεέμ, να απογραφούν, «διά το είναι αυτόν εξ’ οίκου και πατριάς Δαυίδ» (Λουκ.2,4).

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Ιωσήφ δεν πήρε μαζί και τα παιδιά του μιας και είχαν γεννηθεί στη Ναζαρέτ και έπρεπε, σύμφωνα με τη ρωμαϊκή εντολή, να απογραφούν εκεί. Όμως τις μέρες εκείνες έφτασε και η γέννα της Μαρίας. Τότε ήταν που ο Ιωσήφ πληροφορήθηκε για την κυοφορία Της, γεγονός που τον παραξένευσε καθώς ουδέποτε είχε σχέσεις μαζί της. Γι’ αυτό «δίκαιος ων και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν» (Ματθ.1,19) δηλαδή θέλησε να τη διώξει με κάθε μυστικότητα, για να μην κινδυνέψει και διαπομπευθεί από την Κοινωνία σύμφωνα με τις αξίες της εποχής. Δεν ήταν ούτε γραμματικός, ούτε νομοδιδάσκαλος, ραβίνος ή τοπικός άρχοντας. Ήταν ένας από «αυτούς», ένα μέλος της κοινωνίας της εποχής, ένας άσημος και φτωχός ξυλουργός, ένας άγνωστος και απλός άνθρωπος του λαού. Η αρετή του όμως τον έχει καταξιώσει ενώπιον του Θεού, που τον ξεχωρίζει μεταξύ των ανθρώπων για να διακονήσει το «πάντων θαυμάτων υπέρτερον θαύμα».

Στην αρχή ταλαντεύθηκε. Ταράχτηκε, φοβήθηκε, τον κυρίευσε η υποψία και η αμηχανία. «Ζάλην λογισμών αμφιβόλων», κατέλαβε τον επίγειο πατέρα του Κυρίου ο οποίος όμως κράτησε τις αμφιβολίες για τον εαυτό του, χωρίς να τους δώσει ποτέ μορφή λόγου.

 

Η εσωτερική πάλη και η αποδοχή του καλέσματος

Φλέγεται μόνος στο καμίνι των σκέψεών του: «Μαρία, τι το δράμα τούτο, ό εν σοι τεθέαμαι;». Από τη στιγμή όμως που ο Άγγελος του Θεού του αποκαλύπτει ότι το κυοφορούμενο έμβρυο είναι «Υιός Θεού διά Πνεύματος Αγίου», συνειδητοποιεί την πραγματική διάσταση του θαύματος των θαυμάτων. «Μπροστά στη διαδικασία της Σαρκώσεως δεν είναι παρά υπηρέτης των μεγαλείων του Θεού. Κλίνει γόνυ ευλαβικό στη θέληση του Κυρίου. Η καρδιά του και ο νους του ανοίχτηκαν προς το άρρητο Μυστήριο, το ακατανόητο θαύμα».

Πλέον δεν αμφιβάλλει για το «πώς ο Άπειρος εν μήτρα εστί, πώς ο πάντα συνέχων κυοφορείται υπό γυναικός, πώς τίκτει η Παρθένος και μένει Παρθένος». Ακούει ότι η μνηστή του θα γεννήσει τον αναμενόμενο Μεσσία, τον λυτρωτή του κόσμου. Ότι η μνηστεία έπρεπε να συνεχιστεί προκειμένου να μην αποκαλυφτεί τότε η υπερφυσική γέννηση του Ιησού. Ο Άγγελος τον παροτρύνει να γίνει ο παντοτινός της προστάτης και βοηθός, και εκείνος δέχεται με ταπείνωση και σεβασμό το μήνυμα του Θεού. Η διαμονή τους στην Βηθλεέμ δεν ήταν εύκολη, διότι είχε σωρεύσει εκεί πλήθος κόσμου, για την απογραφή και έτσι δεν υπήρχε κατάλυμα.

Ταπεινός θετός πατέρας του απάτορος Ιησού

Δεν υπήρχε χώρος για τη γέννα, και γι’ αυτό αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε κάποιον σπηλαιώδη στάβλο, έξω από την πόλη. Στο πρόσωπό του ο «απάτωρ» Ιησούς βρίσκει τον ανθρώπινο πατέρα και στην αγκαλιά του, προστασία, φροντίδα και αφοσίωση. Ο Ιωσήφ είναι ο εκλεκτός του Θεού, ο οποίος του εμπιστεύθηκε αυτό που κανείς άλλος δεν ήταν άξιος να αναλάβει. Τον συναντάμε στη διαδρομή από τη Ναζαρέτ στη Βηθλεέμ και μετά τη γέννηση του Χριστού τον παρακολουθούμε να συνοδεύει τη Θεοτόκο στην Αίγυπτο, γιατί Άγγελος Κυρίου τους ειδοποίησε ότι ο Χριστός κινδύνευε να σφαγιαστεί από τον Ηρώδη. Μάλιστα μνημεία της παραμονής τους στην Αίγυπτο υπάρχουν μέχρι σήμερα, όπως το σπήλαιο και το πηγάδι, κοντά στο ναό του Αγίου Γεωργίου Καΐρου.

Στήριγμα του μικρού Χριστού

Μετά τον θάνατο του Ηρώδη, ξανά ο Άγγελος ειδοποίησε τον Ιωσήφ να επιστρέψουν στην Παλαιστίνη. Ξαναγύρισαν και εγκαταστάθηκαν στη Ναζαρέτ όπου δίδαξε την τέχνη του ξυλουργού στον Κύριο (Ματθ. ιγ’ 55, Μαρκ. στ’3). Στην Καινή Διαθήκη αναφέρεται για τελευταία φορά κατά το ταξίδι της επιστροφής από την Ιερουσαλήμ, όταν ο δωδεκάχρονος Ιησούς δίδαξε στο Ναό του Σολομώντα. Πέθανε λίγα χρόνια μετά τη μετάβαση του δωδεκαετούς Ιησού στο Ναό. Τόσο η Ορθόδοξη Εκκλησία, όσο και η Ρωμαιοκαθολική τον ανακήρυξαν Άγιο.

Ο Άγιος Ιωσήφ ο Μνήστωρ τιμάται από τη Χριστιανική Εκκλησία την Κυριακή μετά τη Γέννηση του Ιησού Χριστού ή στις 26 Δεκεμβρίου, όταν δεν μεσολαβεί Κυριακή μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου. Την ημέρα αυτή γιορτάζουν όσοι φέρουν το όνομα Ιωσήφ και Ιωσηφίνα.

Θεματοφύλακας της αειπαρθενίας

Πίστη της Εκκλησίας μας είναι ότι ο Άγιος Ιωσήφ υπήρξε ο φύλακας της παρθενίας της Παναγίας μας, ο άοκνος προστάτης τόσο της Θεοτόκου όσο και του Ιησού. Ουδέποτε έγινε ή λογίστηκε σύζυγός της.

Αυτό επιβεβαιώνει την περί αειπαρθενίας της Θεοτόκου αρχέγονη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η οποία στηρίζεται σε σαφή χωρία της Αγίας Γραφής και στην Ιερά Παράδοση της Ορθοδοξίας.