Η ταινία «Ο Άνθρωπος του Θεού» (Man of God) έχει για τον σημερινό Χριστιανό πολλαπλάσια αξία από αυτήν που της προσδίδει το διεθνούς αποδοχής ταλέντο της σκηνοθέτιδας Yelena Popovic και η πειστική υποκριτική ικανότητα του Άρη Σερβετάλη. Δεν είναι μόνο η γνώση των επιμέρους πτυχών της ζωής του Αγίου Νεκταρίου που συγκαταλέγεται στους πλέον σημαντικούς σύγχρονους Αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας (τιμήθηκε το 1920).  Δεν είναι καν το γεγονός ότι ο Άγιος Νεκτάριος είναι ο μόνος από τους μεγάλους Αγίους της Εκκλησίας μας, που τις πιο πολλές φορές δεν εικονίζεται σε εικόνα, αλλά με τη φωτογραφία του.

Η τωρινή ταινία της οποίας το σενάριο και τη σκηνοθεσία υπογράφει η Yelena Popovic αποδίδει πιστά τα γεγονότα ενώ χάρις στην υψηλή αισθητική της, στην εξαιρετική φωτογραφία του Παναγιώτη Βασιλάκη, τα σκηνικά του Σπύρου Λάσκαρη, το μοντάζ του Λάμπη Χαραλαμπίδη και τα κοστούμια της Εύας Νάθενα ξεδιπλώνεται η ιστορία ενός Αγίου, ενισχύοντας την Πίστη του πιστού και σπέρνοντας Πίστη στους υπόλοιπους. Ο Άρης Σερβετάλης στον ρόλο του Αγίου Νεκταρίου κρατά ολόκληρη την ταινία επάνω του διατηρώντας ζωντανό το ενδιαφέρον των θεατών για τη ζωή, το έργο και τα θαύματά Του.

Ισάξια της ταινίας η μουσική που έγραψε ο Zbigniew Preisner, ο σπουδαίος αυτός μουσικός του σινεμά αλλά και οι ολιγόλεπτες ερμηνείες του Mickey Rourke, της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη, του Χρήστου Λούλη, του Νικήτα Τσακίρογλου, του Γιάννη Στάνκογλου, της Τάνιας Τρύπη, του Ιερώνυμου Καλετσάνου, του Γιάννη Αναστασάκη, του Γεράσιμου Σκιαδαρέση, Βασίλη Κουκαλάνι, Αλέξανδρου Μυλωνά, Μιχάλη Μητρούση, Κίττυς Παιταζόγλου, Μιχάλη Οικονόμου, Τόνιας Σωτηροπούλου, Κορίνας Άννας Γουγούλη, Μάνου Γαβρά, Σαράντου Γεωγλερή, Παναγιώτη Μαρίνου και της Μαρθίλιας Σβαρνά.


Ποιος ήταν ο Άγιος Νεκτάριος

Ο κατά κόσμον Αναστάσιος Κεφαλάς γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου του 1846 στη Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης. Γονείς του ήταν ο Δήμος (Δημοσθένης) και η Μπαλού (Βασιλική) Κεφαλά, και ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά μιας φτωχής οικογένειας. Σύντομα ήρθε αντιμέτωπος με τη δύσκολη πραγματικότητα της εποχής, καθώς η οικογένειά του αδυνατούσε να συντηρηθεί, ενώ στη γενέτειρά του δεν υπήρχε σχολείο μέσης εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη σε ηλικία 13 ετών.

Η ζωή στην Κωνσταντινούπολη για τον Αναστάσιο ήταν σκληρή και δύσκολη τα πρώτα χρόνια της παραμονής του. Αρχικά εργάζεται σε συσκευαστήριο καπνού, όπου ο ιδιοκτήτης τού φερόταν βάναυσα. Εργάζεται πολλές ώρες την ημέρα, δεν αμείβεται και συχνά ξυλοκοπείται. Ο Αναστάσιος τα υπέμενε όλα αυτά, ωστόσο θλιβόταν, καθώς αδυνατούσε να ενισχύσει οικονομικά την οικογένειά του, ενώ παράλληλα δεν μπορούσε να παρακολουθήσει μαθήματα στο σχολείο. Την κλίση, όμως, προς τον Θεό και το Ευαγγέλιο την έδειχνε από μικρός. Έτσι στο συσκευαστήριο, μαζί με τον καπνό που πουλούσε, κάθε φορά έδινε και ένα μικρό χαρτάκι, το οποίο έγραφε κάποια ευαγγελική ρήση.

Η κατάσταση άλλαξε όταν ένας έμπορος που είχε μαγαζί δίπλα από το συσκευαστήριο, είδε κάποια μέρα τον ξυλοδαρμό από το αφεντικό του και τον πήρε στη δουλειά του. Στην Πόλη παρέμεινε συνολικά επτά χρόνια και σε ηλικία 20 ετών την εγκατέλειψε, παρότι δεν ολοκλήρωσε τη μόρφωσή του, για να εργαστεί ως δάσκαλος στο Λιθί της Χίου.

Έχοντας πλέον γραμματική και θεολογική γνώση, έλαβε τη θέση του δασκάλου, παραμένοντας στο νησί για 10 χρόνια, μέχρι το 1877. Εκεί αρχικά θα γνωρίσει τον μεγάλο ευεργέτη του Ιωάννη Χωρέμη. Το 1876 εκάρη μοναχός με το όνομα Λάζαρος και έναν χρόνο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος, λαμβάνοντας το όνομα Νεκτάριος.


Ανώτερες θεολογικές σπουδές

Το 1877 ο Νεκτάριος, μετά από παρότρυνση του Ιωάννη Χωρέμη, μετέβη στην Αθήνα προκειμένου να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές σπουδές. Μετά την ολοκλήρωσή τους στη Βαρβάκειο, εστάλη μέσω γνωριμίας που είχε με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο στην Αλεξάνδρεια. Ο Σωφρόνιος εντυπωσιάστηκε από τον Νεκτάριο και με βάση τις πολύ καλές συστάσεις που είχε τον έστειλε ξανά στην Αθήνα, να φοιτήσει στη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Αφού έλαβε το πτυχίο του (1885), αναχώρησε πάλι για την Αλεξάνδρεια. Με την επιστροφή του χειροτονείται Ιερέας και πέντε μήνες αργότερα τοποθετείται γραμματέας του Πατριαρχείου.

Μέσα σε δύο μήνες, αξιοποιώντας τη ρητορική του δεινότητα, προήχθη σε ιεροκήρυκα, λαμβάνοντας και θέση πατριαρχικού επιτρόπου στο Κάιρο. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ο Νεκτάριος ανήλθε στην ιεραρχία του Πατριαρχείου, όντας ένας πολύ έμπιστος άνθρωπος στο πλευρό του Πατριάρχη. Στις 15 Ιανουαρίου του 1889 θα ανακηρυχθεί επίσκοπος Πενταπόλεως Λιβύης, μετά την κοίμηση του επισκόπου της περιοχής Νείλου.

Η ραγδαία ανέλιξη του Νεκταρίου δεν πέρασε απαρατήρητη από τους υπολοίπους επισκόπους. Ο Σωφρόνιος πλησίαζε τα 90 χρόνια ζωής και είχαν ξεκινήσει οι διαδικασίες διαδοχής του. Ο λαός, που είχε ευεργετηθεί από το πολυποίκιλο έργο του Νεκταρίου (κυρίως φιλανθρωπικό αλλά και ποιμαντικό και αντιαιρετικό), επιθυμούσε την άνοδό του στον πατριαρχικό θρόνο, και σε συνδυασμό με την εύνοια του Σωφρονίου ο Νεκτάριος καθίστατο η πρώτη επιλογή.

Οι αντίπαλοί του, γνωρίζοντας όλα αυτά, αποφάσισαν να τον παραμερίσουν, κατηγορώντας τον για υποκίνηση ανατροπής του Πατριάρχη Σωφρονίου, αλλά και με αόριστες ηθικές κατηγορίες. Επίσης, μερίδα κληρικών πίστευαν ότι η τακτική λιτότητας και πενίας της Εκκλησίας που ακολουθούσε ο Νεκτάριος ως επίσκοπος θα επηρέαζε την οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου, το οποίο χωρίς οικονομική ευρωστία θα γινόταν έρμαιο πολιτικών ή εθνικών σκοπιμοτήτων.


Η δίωξη και η επιστροφή στην Αθήνα

Ο Σωφρόνιος, που πληροφορήθηκε τις κατηγορίες, πείσθηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών, με αποτέλεσμα την άμεση παύση της ιερατικής ιδιότητας του Νεκταρίου. Κάτι που ήταν εκκλησιαστικά παράνομο, καθότι σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο ο Νεκτάριος έπρεπε να παρουσιαστεί ενώπιον Συνόδου, η οποία θα εξέταζε κατόπιν ακρόασης τις εις βάρος του κατηγορίες. Ο Νεκτάριος δεν θέλησε να τραβήξει το σχοινί και αναχώρησε από την Αλεξάνδρεια, εν αντιθέσει με τους αντιπάλους του, οι οποίοι θέλησαν την οικονομική και ηθική του βλάβη, φροντίζοντας να σπιλώσουν το όνομα του στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη και παρακρατώντας τον μισθό του. Ως αποτέλεσμα, ο Νεκτάριος αδυνατούσε να εργαστεί οπουδήποτε.

Ο Νεκτάριος νοίκιασε ένα μικρό δωμάτιο στα περίχωρα των Αθηνών, αλλά αδυνατούσε να πληρώσει το ενοίκιο, ενώ δεν είχε χρήματα να τραφεί. Η παράλληλη διαπόμπευσή του, ακόμα και σε κυβερνητικά κλιμάκια, δυσχέραινε τη δυνατότητα εύρεσης εργασίας. Προσπαθούσε μέσω του Αρχιεπισκόπου Γερμανού να βρει μια θέση ιεροκήρυκα. Αυτός, παρά τη συμπάθεια που έτρεφε προς το πρόσωπό του, αδυνατούσε να τον βοηθήσει, λόγω πιέσεων από τη Σύνοδο. Έφτασε μέχρι τον υπουργό Παιδείας και Εκκλησιαστικών, που όμως του διεμήνυσε ότι λόγω του ότι ο Νεκτάριος δεν είχε ελληνική υπηκοότητα αδυνατούσε να βοηθήσει.

Τελικά, μετά από λίγο καιρό, χάρη στη βοήθεια ενός ανθρώπου ονόματι Μελά, ο οποίος ήταν μέλος της κυβέρνησης και τον είχε γνωρίσει στην Αλεξάνδρεια, διορίστηκε ιεροκήρυκας στη Χαλκίδα. Ωστόσο η φήμη που τον ακολουθούσε παρέμενε, καθότι υπήρχε μεγάλη καχυποψία, δεδομένων των εις βάρος του κατηγοριών, με αποτέλεσμα να αποδοκιμάζεται και να στιγματίζεται.

Το 1891, δύο χρόνια μετά τις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν και την απομάκρυνσή του από την Αλεξάνδρεια, στην κυβέρνηση ακόμα γίνονταν προσπάθειες για την αποπομπή του από τη θέση που κατείχε. Τότε αποκαλύφθηκε πλήρως το σχέδιο και η πλεκτάνη που είχε στηθεί σε βάρος του. Όλα ξεκίνησαν από την αποκάλυψη ότι δεν έπαιρνε τα χρήματα που του οφείλονταν και εργαζόταν αμισθί επί εποχής της επισκοπείας του. Επίσης, παρότι παρέμενε δικαιωματικά επίσκοπος Πενταπόλεως, αφού είχε παράνομα εκδιωχθεί δεν ελάμβανε χρήματα.

Εν συνεχεία καθαρίστηκε το όνομά του από κάθε είδους ανάμιξη σε σκάνδαλο ηθικού χαρακτήρα και από παντός είδους ραδιούργες προσπάθειες σε βάρος του Πατριάρχη. Αυτό, ειδικά μετά τη σκληρή συμπεριφορά του ποιμνίου, τον έκανε συμπαθή ενώπιον του λαού στη Χαλκίδα. Άρχισε τότε με περισσή άνεση να κηρύττει. Γρήγορα η φήμη του εξαπλώθηκε μακρύτερα από τη Χαλκίδα, ενώ ο λαός έδειξε μεγάλη συμπάθεια στο πρόσωπό του, όταν χήρεψε η θέση του τοπικού επισκόπου, σχεδόν απαιτώντας την άνοδό του στον θρόνο.


Η Ριζάρειος Σχολή

Το 1892 και 1893 διορίστηκε ιεροκήρυκας στον νομό Λακωνίας και Φθιωτοβοιωτίας αντίστοιχα. Ο Νεκτάριος πραγματοποιούσε διαρκώς περιοδείες σε χωριά και πόλεις κηρύττοντας, την ώρα που φίλοι του προσπαθούσαν να τον μεταθέσουν στη Ριζάρειο Σχολή Αθηνών. Όταν έγινε αντιληπτό, άρχισαν πάλι κάποιοι ψίθυροι, οι οποίοι τελικά δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τον Νεκτάριο από το να γίνει διευθυντής της αθηναϊκής θεολογικής σχολής της εποχής, που επί των ημερών του γνώρισε μεγάλη αίγλη.

Την Άνοιξη του 1894 διορίστηκε διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής. Οι αμφιβολίες που υπήρχαν πλέον περί του Νεκταρίου δεν ήταν τόσο για τις κατηγορίες του παρελθόντος, χωρίς όμως και να εκλείψουν, αλλά κατά πόσον αυτός ο λεγόμενος και «δεσποτοκαλόγερος» θα ήταν δυνατόν, με τις παλαιές και θρησκευτικές αντιλήψεις του, να μπορέσει να πετύχει στο έργο που του ανατέθηκε, καθώς η Ριζάρειος Σχολή ήταν μεν θεολογική σχολή, αλλά ήταν σχολή όπου φοιτούσαν και πολλά παιδιά ευκατάστατων Αθηναίων και άλλων αρχόντων και πολιτικών της εποχής, που δεν θα γίνονταν απαραίτητα ιερείς ή θεολόγοι, αλλά επιστήμονες. Σύντομα όμως κάμφθηκαν όλες οι αντιρρήσεις από τον ρηξικέλευθο τρόπο διαπαιδαγώγησης του Νεκταρίου.

Το έργο του στη Ριζάρειο ήταν οργανωτικό, εκπαιδευτικό, συγγραφικό και παιδαγωγικό. Σύντομα οργάνωσε τη σχολή με πρότυπα τα οποία αφορούσαν τον εκκλησιαστικό ορθόδοξο τρόπο σκέψης. Όμως αυτό στο οποίο ήταν αξεπέραστος ήταν η παιδαγωγική του σκέψη.

Την ίδια εποχή επιδόθηκε σε μεγάλο συγγραφικό έργο. Πολλά έργα τα διέθεσε στον λαό και τους θεολόγους δωρεάν, επειδή αδυνατούσαν να τα αγοράσουν, λόγω της φτώχειας. Χωρίς κανένα κέρδος, με γνώμονα μόνο την ψυχική ωφέλεια, πένητας από μικρός, ασκητής και ολιγαρκής, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την αυτοπροβολή και το κέρδος. Όταν τον κατηγορούσαν ουδέποτε αντιδικούσε, παρέμενε πράος και έλεγε πάντα πως ο Θεός θα δικαιώσει το δίκαιο και την αλήθεια.

Ταπεινός, μοναχικός και παρ' όλα αυτά προσηνής, ο ήδη σεβάσμιος γέροντας Νεκτάριος έγινε παράδειγμα ανιδιοτελούς προσφοράς και αγάπης στους πονεμένους συνανθρώπους του στις δύσκολες εποχές που διένυαν. Η ταπεινοφροσύνη και το αίσθημα ευθύνης που τον διακατείχε για το έργο που επιτελούσε, καταδείχθηκε την εποχή που πέθανε ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, όταν του ζητήθηκε να τον διαδεχθεί και ο ίδιος αρνήθηκε.

Διετέλεσε διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής 14 συναπτά έτη ως και το 1908, οπότε και για λόγους υγείας εγκατέλειψε τη θέση του.


Στην Αίγινα

Το 1908 εγκαταστάθηκε στην Αίγινα. Ο Νεκτάριος ποτέ στη ζωή του, δεν απέβαλε την έντονη επιθυμία του για το μοναχικό βίο. Αυτή η επιθυμία ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο κατά την επίσκεψη του στο Άγιον Όρος και την σύνδεσή του με τον Γέροντα Δανιήλ τον Σμυρναίο (Γέροντα της Αδελφότητας Δανιηλαίων) το 1898 με τον οποίο διατηρούσε και αλληλογραφία. Έκτοτε έψαχνε ένα τόπο να στεγάσει ένα μοναστήρι για το τέλος της ζωής του, έναν «Εκκλησιαστικό Παρθενώνα», όπως έλεγε. Πιο έντονη και ίσως επιτακτική έγινε αυτή η ανάγκη, όταν 4 γυναίκες που ήταν μόνες και συνδέονταν μαζί του, με σχέση πνευματικής καθοδήγησης, θέλησαν να μονάσουν υπό την εποπτεία του. Έτσι τελικά βρήκε ένα παλαιό εγκαταλελειμμένο μοναστήρι στην Αίγινα στη θέση Ξάντος στο οποίο και αποφάσισε να στεγάσει τις 4 μοναχές και άλλες 3 που ήδη μόναζαν στο νησί. Το μοναστήρι άρχισε να επαναλειτουργεί το 1904 υπό την καθοδήγησή του, παρότι αυτός ακόμα βρισκόταν στη Ριζάρειο Σχολή.

Η παρουσία του στην Αίγινα, συνδέθηκε με δύο γεγονότα, που τον κατέστησαν άμεσα λαοφιλή. Ο Νεκτάριος αρχικά θεράπευσε έναν δαιμονισμένο νέο κάτι που γρήγορα μαθεύτηκε. Οι χωρικοί τότε τον επισκέφτηκαν ζητώντας του να λειτουργήσει και να δεηθεί στον Θεό, διότι είχε 3 χρόνια να βρέξει στο νησί με αποτέλεσμα να έχει προκληθεί εκτεταμένη ανομβρία και οικονομική ζημία. Ο ίδιος με σύσσωμη την παρουσία των νησιωτών, λειτούργησε και την ίδια μέρα άρχισε να βρέχει, γεγονότα που εκλήφθησαν ως θεϊκά σημάδια από τους Αιγινίτες.


Τα τελευταία χρόνια

Το τέλος της ζωής του ήταν επίπονο. Η χρόνια ασθένεια του προστάτη, μαζί με τα περασμένα χρόνια της ηλικίας του και κακοπάθειες της ζωής τον ταλαιπωρούσαν. Ακόμα και τότε είχε σχέδια. Ήθελε να δημιουργήσει ένα εκπαιδευτήριο. Τελικά, δεν πρόλαβε. Το 1920 εισήχθη στο Αρεταίειο νοσοκομείο Αθηνών όπου διεγνώσθη καρκίνος του προστάτη. Στις 9 Νοεμβρίου του ιδίου έτους ο Άγιος Νεκτάριος εκοιμήθη σε ηλικία 74 ετών. Το δωμάτιο στο οποίο εκοιμήθη, έχει σήμερα μετατραπεί σε μικρό ναό στο δεύτερο όροφο του Αρεταιείου νοσοκομείου, που κοσμείται από εικόνες του Αγίου και τάματα πιστών για ανάρρωση των συγγενών τους που νοσηλεύονται στην κλινική.


Αγιοκατάταξη

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1953 πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή των λειψάνων του στην Αίγινα, από τον Μητροπολίτη Ύδρας Προκόπιο και τον αντιστασιακό Μητροπολίτη Ηλείας Αντώνιο.

Το 1960 ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Α΄ με μια εμπεριστατωμένη εισήγηση στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος υποστήριξε την αγιότητα του Νεκταρίου Κεφαλά.

Σαράντα έτη μετά την κοίμηση του Νεκταρίου ανακηρύχθηκε Άγιος, στις 20 Απριλίου του έτους 1961 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα καθώς αξιολόγησε τα θαύματα όπως και το μεγάλο ποιμαντικό και εκκλησιαστικό έργο. Η επίσημη διαδικασία ανακήρυξής του έγινε στις 5 Νοεμβρίου του 1961[9]. Με την ανακήρυξη του Νεκταρίου Κεφαλά σε Άγιο ο Αθηναγόρας αποφάσισε ακόμα πως οι άντρες και οι γυναίκες που φέρουν τα ονόματα Νεκτάριος και Νεκταρία θα εορτάζουν στις 9 Νοεμβρίου και όχι στις 11 Ιουλίου όπως ίσχυε μέχρι τότε.


Θαύματα μετά θάνατον

Ο Άγιος Νεκτάριος θεωρείτο από τους κατοίκους του νησιού της Αίγινας εν ζωή Άγιος. Τα γεγονότα όμως που περιγράφουν οι μοναχές, ο Κωστής Σακκόπουλος, φίλοι, ιερείς, νησιώτες είναι πραγματικά αξιοπερίεργα, που δικαιολογούν τη σημερινή του λαοφιλία. Όπως λέγεται στο διπλανό κρεβάτι όπου νοσηλευόταν ο Άγιος νοσηλευόταν και ένας παραπληγικός, ο οποίος αδυνατούσε να περπατήσει. Όταν όμως ακούμπησε τη φανέλα του κεκοιμημένου Αγίου πάνω του θεραπεύτηκε. Κατά τη μεταφορά του λέγεται ότι δεν είχε βάρος, ενώ το μέτωπό του ανάβλυζε μύρο. Το μεγαλύτερο όμως μυστήριο είναι ότι το λείψανο του Αγίου παρά τις 3 ταφές και εκταφές παρέμενε αναλλοίωτο για περισσότερα από 30 χρόνια. Το λείψανό του, για πρώτη φορά, εξετάφη 3 έτη μετά την κοίμησή του και σήμερα βρίσκεται στον νέο ναό του αγίου στην Αίγινα.


Προστάτης της Άθλησης

Ο Άγιος Νεκτάριος, ύστερα από εισηγητική πρόταση επιτροπής Καθηγητών Φυσικής Αγωγής, ανακηρύχθηκε ως Προστάτης άγιος των Γυμναστών, καθώς ο ίδιος ευλόγησε ως «oιωνό άριστο» τη σύσταση Γυμναστικού Συλλόγου και στόχος τέτοιων συλλόγων είναι η σωματική γυμνασία και η πνευματική ανάπτυξη, οι δύο πόλοι γύρω από τους οποίους στρέφεται η τελεία μόρφωση και η τελεία αγωγή. Αργότερα, ως Διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής φρόντιζε ιδιαίτερα για την άθληση των σπουδαστών και τη βελτίωση της διατροφής τους. Επίσης, στην ίδια Σχολή καθιέρωσε το ποδόσφαιρο ως άθλημα για τους σπουδαστές ύστερα από παράκληση των ιδίων. Έτσι ήταν ο πρώτος που έθεσε το ποδόσφαιρο ως άθλημα στον σχολικό χώρο.