Η Μοναστική ζωή είναι ένα κάλεσμα από τον Θεό, δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα, δεν είναι περιορισμός και φυλακή, δεν είναι τρόπος ζωής και life style. Για να γίνει κάποιος μοναχός στο Άγιον Όρος πρέπει πραγματικά να δοκιμαστεί στην πράξη για να διαπιστώσει αυτός και ο ηγούμενος στη μονή που θα ανήκει, ότι έχει πραγματικά όλες τις προϋποθέσεις για αυτήν την Εν Χριστώ, νέα ζωή.  Άλλωστε καθόλου τυχαία δεν είναι η λαϊκή φράση «βαριά η καλογερική» που στην ουσία σημαίνει ότι είναι δύσκολο να γίνει κανείς μοναχός αν δεν έχει πνευματικό κάλεσμα. Αν έχει, τότε η ζωή του θα ρέει σαν νερό στο ρυάκι.

Ο μοναχός στο Άγιον Όρος δεν ζει όπως οι άλλοι μοναχοί στις Ιερές Μονές ανδρών της Ελλάδας. Πρόκειται για μια ζωή αρκετά διαφορετική που σίγουρα συντάσσεται με τον Ορθόδοξο Μοναχισμό αλλά έχει και άλλες ιδιαιτερότητες.

 

Πως μπορεί κανείς να κάνει το πρώτο βήμα για να γίνει μοναχός;

Ο υποψήφιος εκδηλώνει ένα αρχικό ενδιαφέρον και  εντάσσεται δοκιμαστικά σε µια αδελφότητα. Εκεί, υπό την καθοδήγηση του Γέροντα - Ηγουμένου, ακολουθεί ένα πρόγραµµα προσευχής και διακονίας και συνυφασμένης κατήχησης, που τηρείται για διάστημα από έναν 1 και 3 χρόνια. Ως δόκιμος, συνήθως ο υποψήφιος δε φέρει παρά µόνο "σκουφάκι" στο κεφάλι του, κατόπιν ευχής που του διαβάζεται.

 

Που γίνεται η κουρά του υποψήφιου;

Η διαδικασία της κουράς, της χρίσης δηλαδή ενός δόκιμου ως μοναχό, γίνεται στην Ιερά Μονή της μετανοίας, εκεί δηλαδή που πρόκειται να παραμείνει στο εξής ο υποψήφιος μοναχός. Κατά τη διάρκεια της κουράς, ο μοναχός δίνει τις υποσχέσεις της σαρκικής εγκράτειας, της υπακοής και της ακτημοσύνης, παρουσία του Γέροντα -Ηγούμενου του μοναστηριού.

 

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις;

Πριν την κουρά προηγούνται έως και τρία χρόνια δοκιμασίας στη μονή στην οποία πρόκειται να μονάσει ο υποψήφιος μοναχός για το υπόλοιπο της ζωής του. Για την είσοδο κάποιου στο στάδιο των δοκίμων και την έγγραφή του στον κατάλογο των δοκίμων της Μονής, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις:

Ø  Να έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του.

Ø  Να έχει υποβάλλει σχετική αίτηση στον Ηγούμενο της Μονής στην οποία επιθυμεί να μονάσει.

Ø  Να υπάρχει σχετική προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Μονής.

Ø  Έγκριση του Οργανισμού Διοίκησης Μοναστηριακής Περιουσίας.

Επίσης η υπηρεσία κοντά σε αρχιερέα θεωρείται ως αντίστοιχη δοκιμασία και έτσι ο δόκιμος μπορεί να εισαχθεί στη Μονή ύστερα από πρόταση του αρχιερέα.

 

Πως αποδεικνύεται η κουρά;

Η κουρά αποδεικνύεται με έγγραφη βεβαίωση του οικείου μητροπολίτη που στηρίζεται σε υπεύθυνη δήλωση του ηγουμενοσυμβουλίου ότι ο συγκεκριμένος μοναχός είναι όντως εγγεγραμμένος στο μητρώο των μοναχών της Μονής. Ωστόσο αυτό δεν αποκλείει ότι μπορεί κάποιος να αποδείξει ότι είναι μοναχός με άλλο τρόπο.

 

Πως γίνεται η κουρά;

Ύστερα από απόφαση του ηγουμενοσυμβουλίου ορίζεται η στιγµή της κουράς του υποψήφιου μοναχού. Την ιεροτελεστία θα τελέσει κάποιος ιερομόναχος, ενώ ο ηγούµενος θα παραστέκεται στον προσερχόμενο µοναχό ως ανάδοχός του. Ο υποψήφιος, φορώντας συνήθως λευκές κάλτσες και λευκή φανέλα, µετά την είσοδο του Ευαγγελίου στη Θεία Λειτουργία, οδηγούμενος από τον Ηγούμενο, φέρεται από τη θύρα του ναού κάτω από τον πολυέλαιο. Εκεί, αφού βάλει μετάνοια προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προχωρά και βάζει τρεις μετάνοιες στις εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου και του Αγίου που τιμάται το Καθολικό. Έπειτα βάζει μετάνοια, παίρνει την ευχή του Ηγουμένου και στέκεται στα αριστερά του µε σταυρωμένα τα χέρια.

 

Πως γίνεται η κατήχηση;

Μετά την ψαλμωδία των διατεταγμένων απολυτικίων, ο ιερέας κατηχεί τον μέλλοντα µοναχό διαβάζοντας την ευχή "Άνοιξον τα της καρδίας σου ώτα, Αδελφέ,...". Ακολουθούν ερωταποκρίσεις ανάµεσα στον ιερέα και τον υποψήφιο που βεβαιώνουν την εκούσια προσέλευσή του στη μοναχική πολιτεία. Σε όσες ερωτήσεις απαντά θετικά, ακούµε την απόκριση "Ναι, του Θεού συνεργούντος µοι, τίμιε Πάτερ".

Αμέσως µετά τις ερωταποκρίσεις συνεχίζεται η κατήχηση από τον ιερέα. Νέα στιχομυθία ακολουθεί. Αφού ολοκληρωθεί η στιχομυθία, ο ιερέας απευθύνει ευχή ζητώντας τη βοήθεια του Θεού για τον κειρόµενο μοναχό. Ακολουθεί η εκφώνηση του ονόματος του μοναχού. Ο ιερέας τότε τρεις φορές θα δώσει στον κειρόµενο μοναχό το ψαλίδι της κουράς του και ο µοναχός άλλες τρεις αντίστοιχα θα αντιδώσει το ψαλίδι διαμέσου του Ηγουμένου στον ιερέα. Ο ιερέας κείρει την κόμη του γονυκλινή υποψήφιου στο όνομα της Αγίας Τριάδος, ενώ οι χοροί ψάλλουν τρεις φορές το "Κύριε Ελέησον".

 

Πότε ντύνεται ο μοναχός;

Ο τυπικάρης (µοναχός υπεύθυνος για την τήρηση του τυπικού) στη συνέχεια φέρνει τα μοναχικά ενδύματα από το Ιερό Βήμα και τα επιδίδει στον ιερέα. Αυτός, αφού τα ευλογήσει τα παραδίδει στον Ηγούμενο, ο οποίος και ντύνει το νέο μοναχό. Έτσι µε τη σειρά του φορά το ζωστικό, το αγγελικό σχήμα, το πολυσταύρι, τη ζώνη, το ράσο, τα υποδήματα, το καλυµµαύχι, το κουκούλι και τέλος τον μανδύα. Συνεχίζεται η Θεία Λειτουργία με τον ψαλμό "Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε..".

Θα ακολουθήσουν τα αναγνώσματα και ο ιερέας θα δώσει στο νέο μοναχό, τον σταυρό, κομποσκοίνι και λαμπάδα αναμμένη. Ο νέος µοναχός θα μεταλάβει πρώτος χωρίς να βγάλει το κουκούλι του. Οι άλλοι μοναχοί µε τη σειρά τους πηγαίνουν στο νέο αδελφό που στέκεται σε στασίδι, ασπάζονται το σταυρό που κρατά και του εύχονται "καλό παράδεισο" ή άλλες σχετικές με την περίσταση, ευχές. Ακολουθεί η τράπεζα, όπου ο νεοκαρείς µοναχός κάθεται δίπλα στον Ηγούμενο.

 

Τι είναι το Σχήμα;

Τα μοναχικά ενδύματα είναι µαύρα. Το µεγάλο σχήµα που µοιάζει µε πετραχήλι είναι µαύρο κεντηµένο µε κόκκινο ή άσπρες και χρωµατιστές κλωστές. Πάνω του αναπαρασταίνονται ο σταυρός του Κυρίου µε τη λόγχη και τον σπόγγο εκατέρωθεν και από κάτω µια νεκροκεφαλή. Αριστερά και δεξιά έχει σε συντοµογραφίες τις επιγραφές:

ΜΙΧΑΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ

Τούτο το Σχήµα δαίµονες φρίτουσσι Θεού θέα Θείον Θαύµα Χριστός Χριστιανοίς χαράν χαρίζει Φως Χριστού φαίνει πάσι Τόπος Κρανίου Παράδεισος γέγονε Αδάµ.

 

Έχει ο μοναχός δικαίωμα στην περιουσία του;

Όποιος γίνει μοναχός θεωρείται ότι έχει απαρνηθεί τη ζωή του και είναι σαν να έχει πεθάνει. Όπως αναφέρεται σχετικά σε άρθρα του νόμου ΓΥΙΔ/1909 «Περί Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου και Διοικήσεως Μοναστηριών»: «Ο καρείς μοναχός τεθνηκώς το βίω λογίζεται και για το λόγο αυτό κληρονομείται δις, ήτοι αφενός από, και δια, της κουράς και αφετέρου από του πραγματικού θανάτου τους».

Επομένως η Μονή κληρονομεί δύο φορές την περιουσία του μοναχού, ο οποίος εγκαταβιώνει σε αυτή. Μια μετά την κουρά και μια μετά το φυσικό του θάνατό.

 

Υπάρχουν εξαιρέσεις;

Παρόλ’ αυτά, πριν την κουρά υπάρχουν και περιπτώσεις, στις οποίες ένας μοναχός δεν είναι υποχρεωμένος να παραχωρήσει το σύνολο της περιουσίας του στο μοναστήρι. Σύμφωνα με το άρθρο 101 εδάφιο α’ του καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους η ακίνητη περιουσία του μοναχού περνάει στα χέρια της μονής μόνο εάν εκείνος τη διαθέσει εγγράφως σε αυτή, ενώ η μεταβίβαση της κινητής περιουσίας του στη μονή γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Επί της ουσίας, ένας μοναχός δεν είναι υποχρεωμένος να παραδώσει την περιουσία του στη Mονή. Προϋπόθεση είναι να έχει συντάξει διαθήκη πριν την κουρά. Πρέπει επίσης να είναι έγκυρη και να μην έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να την παραχωρεί στους συγγενείς Α' βαθμού, οι οποίοι έχουν νόμιμο δικαίωμα στην περιουσία, όπως ορίζει ο νόμος.

Το σκεπτικό της διάθεσης της περιουσίας ενός μοναχού στη μονή βασίζεται στο γεγονός ότι όλα τα μοναστήρια είναι κοινόβια από το 1992 και ύστερα και επομένως τα πάντα είναι κοινά: στέγη, εργασία, φαγητό και προσευχή.

 

Τι συμβαίνει όταν κάποιος εγγραφεί στα μοναχολόγια ενός μοναστηριού;

Χαρακτηριστικό είναι ότι από τη στιγμή που ένας μοναχός γράφεται στα μοναχολόγια κάποιας μονής, οι λεγόμενοι αναγκαίοι κληρονόμοι, όπως είναι οι γονείς, η σύζυγος, τα παιδιά και τα αδέρφια χάνουν το δικαίωμα στην κληρονομιά, η οποία είναι αμέσως απαιτητή και καθορίζεται με βάση τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

 

Περιπτώσεις κληρονομιάς, γονικής παροχής ή δωρεάς

Επίσης, εάν ένας μοναχός μετά την είσοδό του στη μονή αποκτήσει κληρονομιά ή άλλο περιουσιακό στοιχείο με δωρεά και σε αυτή την περίπτωση ανήκουν στη μονή. Σε αυτή την περίπτωση, ο μοναχός διατηρεί μόνο το δικαίωμα της επικαρπίας στη μισή περιουσία που περιέρχεται στη μονή. Πρακτικά το μοναστήρι διατηρεί την κυριότητα, ενώ ο μοναχός έχει περιορισμένη πρόσβαση στην περιουσία χωρίς να μπορεί να την εκμεταλλευτεί. Η επικαρπία έχει περιορισμένη χρονική ισχύ, για παράδειγμα για όσα χρόνια βρίσκεται στη ζωή ο μοναχός.

Ωστόσο εάν ο μοναχός αποκτήσει περιουσία με δωρεά ή γονική παροχή, αφού χριστεί μοναχός (μετά την κουρά), η περιουσία περιέρχεται στον ίδιο, ο οποίος μπορεί να τη διαθέσει, αλλά όχι με τη μορφή δωρεάς. Δηλαδή εάν πουλήσει ένα ακίνητο θα πρέπει να λάβει χρήματα από τη συγκεκριμένη διαδικασία. Εάν δεν τη διαθέσει, η περιουσία αυτή μετά το θάνατό του περιέρχεται η μισή στη Mονή και η υπόλοιπη μισή στην Εκκλησία της Ελλάδος.