Στο λεξιλόγιο της Χριστιανικής Ζωής, υπάρχουν πολλές λέξεις για να περιγράψει κανείς το Άγιον Όρος. Όμως η πιο ζεστή, η πιο όμορφη και πιο επικρατούσα περιγραφή είναι το «Περιβόλι της Παναγίας». Παρά το γεγονός ότι η Παναγία μας βρίσκεται παντού στην Ελλάδα και στο τελευταίο της χωριό, το Άγιον Όρος είναι ο κατ' εξοχήν τόπος που τιμάται, που εμφανίζεται, που ενεργεί και αναπαύεται το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως «ο νοητός της Θεοτόκου και ωραίος Παράδεισος».

Σύμφωνα με την Παράδοση, το Άγιον Όρος δόθηκε ως κλήρος, ως κληρονομιά στην Παναγία από τον ίδιο τον Κύριο: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σον και περιβόλαιον σον και Παράδεισος, έτι δε λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι». Και αυτό έχει επίσης τον συμβολισμό του: Ενώ η πρώτη Εύα έπεσε στον αρχέγονο παράδεισο, η δεύτερη Εύα, η Παναγία, ως Μητέρα του δεύτερου Αδάμ, του Ιησού, ξεδιπλώνει, τη χάρη των ονομάτων της μέσα στο νέο παράδεισο του Αγίου Όρους.

Δεν υπάρχει ίσως αγιορείτης μοναχός που να μη ζει την Παναγία ως Παναγία του, ως κύρια και πρώτη προσφυγή του, ως αμετάθετη ελπίδα, ασφάλεια και προστασία του, ως πρέσβειρα και μητέρα του, ως πλησίον και μόνιμο σύντροφο του, ως εναγκαλιστή των πληγών και ανάδοχο των δοκιμασιών του.

 

Δεκάδες Παναγίες

Γεγονότα ιστορικά, ανάγκες καθημερινές, ζωντανά θαύματα, περιστατικά και συγκυρίες, ιδιώματα θεομητορικά αποτυπώνονται σε κάθε εικόνα που κοσμεί με την καλλιτεχνική ομορφιά της και παρηγορεί με την παρουσία της κάθε Ιερά Μονή του Αγίου Όρους. Έτσι, εκτός από την Παναγία του «Άξιον Εστί» στο Πρωτάτο ή την Πορταϊτισσα στην Ιερά  Μονή Ιβήρων, έχουμε την Παναγία του Ακάθιστου στην Ιερά Μονή Διονυσίου, τη Μυροβλύτισσα στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου, την Τριχερούσα στην Ιερά Μονή  Χιλανδαρίου, τη Γοργοϋπήκοο στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου, την Οδηγήτρια στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος, την Παραμυθία στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, τη Γλυκοφιλούσα στην Ιερά Μονή Φιλόθεου και πλήθος άλλων.

Αχειροποίητες οι περισσότερες ή δημιούργημα του πρώτου αγιογράφου της ιστορίας, του Ευαγγελιστή Λουκά, οι θαυματουργές εικόνες έχουν αποτελέσει για εκατομμύρια ανθρώπους το μέσο για να εκφράσουν την πίστη τους στην Παναγία και στον Ιησού Χριστό και για να ζητήσουν το έλεος τους. Ο τρόπος που προσφέρουν στον άνθρωπο τη βοήθειά τους και τον φέρνουν ενώπιο στο μεγαλείο του Θεού είναι θαυματουργός και αξιοθαύμαστος.

Οι θαυματουργές εικόνες απεικονίζουν τη μορφή της Παναγίας με τον Υιό Της, τον Ιησού Χριστό βρέφος ή παιδί και απορρέουν αστείρευτη αγάπη και φροντίδα, αυτή που μόνο η αγνή και αμόλυντη Παναγία προσέφερε στον Υιό της και σε όλους τους ανθρώπους που απευθύνθηκαν σε Αυτήν για βοήθεια.

 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ


Η εικόνα της Αγίας Ζώνης επιδρά θαυματουργικά στους πιστούς, απαλλάσσοντας τους από τη θλίψη και τις αρρώστιες. Η Αγία Ζώνη της Παναγίας, τμήμα της οποίας φυλάσσεται στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, δημιουργήθηκε από την ίδια την Παναγία και συνιστά το μοναδικό σωζόμενο αντικείμενο από την κοσμική και επίγεια ζωή Της. Μετά τη Μετάσταση της Θεομήτορος, η Ζώνη παραδόθηκε στον Απόστολο Θωμά, ο οποίος την παρέδωσε για φύλαξη σε δύο ευλαβείς γυναίκες από την Ιερουσαλήμ, οι οποίες την κληροδότησαν στην αμέσως επόμενη γενιά ευλαβών γυναικών και αυτό συνεχίστηκε για αιώνες.

 

Όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου χρίστηκε ο Αρκάδιος, η Ζώνη μεταφέρθηκε σε λειψανοθήκη, η οποία ονομάστηκε «Αγία Σωρό», στην Κωνσταντινούπολη. Η κόρη του Αρκάδιου Πουλχερία, την κέντησε με χρυσή κλωστή, την τοποθέτησε στη λειψανοθήκη, την οποία τοποθέτησε σε ναό που ανέγειρε μόνο για αυτόν τον σκοπό, τον ναό των Χαλκοπρατειών. Το 1150, η Ζώνη τεμαχίσθηκε και τα κομμάτια της μεταφέρθηκαν σε διάφορους ναούς. Την εποχή της βασιλείας του Εμμανουήλ του Α΄ του Κομνηνού καθιερώθηκε η 31η Αυγούστου ημέρα γιορτής προς τιμήν της Ζώνης.

Το 1204 στην Δ΄ Σταυροφορία, κλάπηκαν τμήματα της Αγίας Ζώνης και μόλις ένα τεμάχιο σώθηκε από κάποιους Χριστιανούς και έτσι το 1261, το τεμάχιο αυτό τοποθετήθηκε στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη, από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο. Το μοναδικό αυτό σωζόμενο τεμάχιο μεταφέρθηκε στη Μονή Βατοπαιδίου από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄ Κατακουζηνό, ο οποίος αφού παραιτήθηκε από το αυτοκρατορικό του αξίωμα, έγινε μοναχός της Μονής με το όνομα Ιωάσαφ.

 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝ

Σύμφωνα με την Ιερή Παράδοση, η εικόνα της Παναγίας του Καζάν ήταν δώρο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανό Β΄ προς τους κατοίκους της πόλης Καζάν τον 13ο αιώνα. Ο Πατριάρχης δώρισε την εικόνα ως στήριγμα παρηγοριάς και ελπίδας στους κατοίκους απέναντι στις συχνές επιδρομές.

Όταν η πόλη καταλήφθηκε τελικά από τους Τατάρους το 1438 μ.Χ, η εικόνα της Παναγίας μυστηριωδώς εξαφανίστηκε. Αργότερα, το 1579 όταν ξέσπασε πυρκαγιά, το Κρεμλίνο της πόλης, καταστράφηκε ολοσχερώς και οι Μωαμεθανοί απέδωσαν την καταστροφή στην οργή του Μωάμεθ. Τότε, δημιουργήθηκε έχθρα μεταξύ των κατοίκων που οδήγησε σε εμφύλια σύρραξη. Η Παναγία όμως δεν τους άφησε αβοήθητους. Εμφανίστηκε σε μια μικρή κοπέλα, την Ματρόνα, και της υπέδειξε το μέρος που ήταν θαμμένη η Ιερή Εικόνα.

Η μικρή Ματρόνα εξήγησε τα όσα της συνέβησαν στη μητέρα της και στη συνέχεια ενημέρωσαν τον Επίσκοπο της πόλης, Άγιο Γουρία. Ο Άγιος Επίσκοπος Γουρίας άκουσε προσεκτικά όσα τους εξιστόρησε η μικρή Ματρόνα και φωτισμένος από το Πανάγιο Πνεύμα υπάκουσε στη Θεομητορική εντολή. Σε βάθος τριών ποδιών βρέθηκε η Ιερά Εικόνα της Παναγίας, στο σημείο όπου υπέδειξε η μικρή, στις 8 Ιουλίου του 1579. Ο Άγιος Γουρίας μετέφερε την Ιερά Εικόνα με όλες τις πρέπουσες τιμές και με τη συμμετοχή όλων των Χριστιανών κατοίκων της πόλεως στον Ναό του Αγίου Νικολάου.

Η εικόνα της Παναγίας του Καζάν διετέλεσε αναρίθμητα θαύματα με πρώτο αυτό της θεραπείας του τυφλού Ιωσήφ. Τόσο σημαντική ήταν η Παναγία του Καζάν, που πρώτος Τσάρος της δυναστείας των Ρωμανώφ, Μιχαήλ Θεοδώροβιτς (1613-1645), θέσπισε δύο εορτές προς τιμήν της. Μια θρησκευτική, με την αφορμή της εύρεσής την 8η Ιουλίου και μια εθνική για την απελευθέρωση των Ρώσων από τους Πολωνούς στις 22 Οκτωβρίου.

Από τότε, αυτή η Ιερή Εικόνα έγινε το σύμβολο και η προστάτιδα όλων των Ρώσων. Μάλιστα, όταν επρόκειτο να αρραβωνιαστούν οι Τσάροι σταύρωναν τα δαχτυλίδια τους πάνω σε αυτήν για ευλογία.

Υπήρχε μάλιστα και μια παράδοση που λέει πως για όσο διάστημα η Ιερή Εικόνα θα βρισκόταν στη Ρωσία θα υπήρχε ειρήνη. Όμως, στις 29 Νοεμβρίου του 1904, η Εικόνα εξαφανίστηκε μυστηριωδώς από την Ιερά Μονή της Θεοτόκου του Καζάν, όπου φυλασσόταν. Κάποιοι υποστήριξαν πως την έκλεψαν εξαιτίας του βαρύτιμου καλύμματος (πουκάμισου) που την κάλυπτε. Και πράγματι έτσι ήταν. Οι ληστές πιάστηκαν, το κάλυμμα βρέθηκε, η εικόνα όμως δεν βρέθηκε ποτέ. Προς έκπληξη όλων και το αντίγραφο που βρισκόταν στην Αγία Πετρούπολη εξαφανίστηκε το 1917 καθ’ οδόν προς τη Μόσχα.

 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ - ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ

Η θαυματουργή αυτή εικόνα είναι φορητή του 17ου αι. και βρίσκεται στο αριστερό προσκυνητάρι του βορειανατολικού κίονα του Καθολικού της Μονής Βατοπαιδίου. Σύμφωνα με αφηγήσεις συγχρόνων Γερόντων της Μονής, μια ημέρα ένας νέος μπήκε στον ναό και πηγαίνοντας να προσκυνήσει την εικόνα, άστραψε ξαφνικά το πρόσωπο της Παναγίας και μια αόρατη δύναμη τον έριξε στο πάτωμα. Μόλις συνήλθε, εξομολογήθηκε με δάκρυα στους πατέρες ότι ζούσε μακριά από τον Θεό και επιδιδόταν στη μαγεία.  Έτσι, η θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου έπεισε τον νέο να αλλάξει ζωή και να γίνει θεοφοβούμενος.

Η εικόνα αυτή έχει επίσης την ιδιότητα και την ειδική χάρη από τον Θεό να θεραπεύει τον καρκίνο. Είναι γνωστές αναρίθμητες περιπτώσεις καρκινοπαθών που έχουν θεραπευθεί στις μέρες μας, μετά από παράκληση μπροστά στην Παναγία την Παντάνασσα.

 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ - ΠΡΩΤΑΤΟ ΚΑΡΥΕΣ



Η θαυματουργή αυτή εικόνα, που φυλάσσεται στο ιερό σύνθρονο του Πρωτάτου των Καρύων, βρισκόταν κατά τα τέλη του Ι' αιώνα σε ένα κελί κοντά στις Καρυές που σήμερα φέρει την ίδια επωνυμία "Άξιον εστίν" λόγω του εξής θαύματος: Ενώ ο Γέροντας του Κελιού απουσίαζε σε αγρυπνία του Πρωτάτου, συνέβη να φιλοξενήσει ο υποτακτικός του, που έμεινε μόνος στο κελί, κάποιον άγνωστο περαστικό μοναχό μαζί με τον οποίο, μάλιστα, έψαλλε και την ακολουθία του όρθρου της Κυριακής. Όταν λοιπόν έφθασαν στην θ\' ωδή του κανόνα, ο μεν μοναχός του Κελιού έψαλλε "Την Τιμιωτέραν", το γνωστό αρχαίο αυτό ύμνο του Αγίου Κοσμά του Ποιητή, που ψαλλόταν τότε όπως και σήμερα μαζί με τους θεομητορικούς στίχους της θ\' ωδής (Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον..."), ενώ ο ξένος μοναχός άρχισε τον ύμνο διαφορετικά, προσθέτοντας στην αρχή του το μέχρι τότε άγνωστο προοίμιο «Άξιον εστίν ως αληθώς...».

Το προοίμιο αυτό τόσο θαυμασμό προκάλεσε στον ντόπιο μοναχό, ώστε το ζήτησε και γραπτώς, για να μπορεί να το ψάλλει και αυτός. Επειδή όμως δε βρέθηκε μελάνι και χαρτί μέσα στο κελί, ο μυστηριώδης ξένος μοναχός χάραξε τον ύμνο με το δάκτυλό του σε μια πέτρινη πλάκα και πρόσθεσε ότι έτσι πρέπει να ψάλλεται στο εξής ο ύμνος αυτός από όλους τους Ορθόδοξούς. Έπειτα, έγινε άφαντος. Οι Αγιορείτες έστειλαν την πλάκα στον βασιλιά και στον Πατριάρχη, ενώ την εικόνα, μπροστά στην οποία ψάλθηκε για πρώτη φορά ο αγγελικός ύμνος, τη μετέφεραν στο Πρωτάτο, στο οποίο καθιερώθηκε να γίνεται και η ετήσια πανήγυρη σε ανάμνηση του θαύματος και προς τιμή της Θεοτόκου. Σύμφωνα με το αρχαίο συναξάρι, η γιορτή αυτή αρχικά τελούνταν στο Κελί, όπου είχε γίνει το θαύμα, και μάλιστα προς τιμή του αρχάγγελου Γαβριήλ, που χωρίς άλλο ήταν ο θαυμαστός εκείνος ξένος μοναχός.

 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΤΙΤΟΡΙΣΣΑ - ΒΗΜΑΤΑΡΙΣΣΑ - ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ

Περί τα τέλη του Ι΄ αιώνα, σε μια από τις επιδρομές Αράβων στη Μονή Βατοπαιδίου, ένας ιεροδιάκονος και βηματάρης, υπεύθυνος δηλαδή του ιερού βήματος, έκρυψε στο φρεάτιο της Αγίας Τράπεζας μια εικόνα της Θεοτόκου και έναν Σταυρό, βάζοντας εμπρός τους μια αναμμένη λαμπάδα. Η Μονή λεηλατήθηκε και οι μοναχοί μαζί με τον ιεροδιάκονο οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Κρήτη. Εβδομήντα χρόνια μετά, ο ιεροδιάκονος που είχε επιζήσει, επέστρεψε ελεύθερος στο μοναστήρι του. Άνοιξε το φρεάτιο και βρήκε την Εικόνα και τον Σταυρό να επιπλέουν σε νερό και τη λαμπάδα εμπρός τους αναμμένη.

Σήμερα, η εικόνα βρίσκεται στο σύνθρονο του ιερού Βήματος και αποκαλείται και «Κτιτόρισσα», ενδεχομένως εξαιτίας της ανοικοδόμησης της Μονής που ξεκίνησε αμέσως μετά την ανεύρεση της, από τους τρεις αδελφούς που μόνασαν εκεί, τον Αθανάσιο, τον Νικόλαο και τον Αντώνιο.

 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ

Η εικόνα της Παναγίας Ιεροσολυμίτισσας φιλοτεχνήθηκε, αχειροποίητα, το 1870 μ.Χ.. Στο Όρος Ελαιών, στη ρωσική Ιερά Μονή της Μυροφόρου Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, ζούσε μια αγιογράφος, η Τατιανή. Σύμφωνα με την ορθόδοξη Παράδοση, η γυναίκα είδε στον ύπνο της μια άγνωστη μοναχή που της ζήτησε να την αγιογραφήσει. Η δυσπιστία της Τατιανής για την απαίτηση της μοναχής, αμέσως αντικαταστάθηκε από δέος, αφού τα άμφια της άγνωστης γυναίκας έγιναν χρυσά και το πρόσωπο της έλαμψε με φως καθώς της είπε: «Τατιανή, μετά τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά, εσύ είσαι αυτή που θα με αγιογραφήσει».


Η Τατιανή αμέσως κατάλαβε ότι η άγνωστη γυναίκα που ήρθε ως όραμα εμπρός της, ήταν η Παναγία. Η Τατιανή μοιράστηκε τα όσα είδε και άκουσε με την Ηγουμένη της Μονής, η οποία επίσης φάνηκε δύσπιστη, μέχρι που είδε εμπρός της, μέσα στο κελί της μοναχής Τατιανής, μια εικόνα της Παναγίας, λουσμένη στο φως, να ευωδιάζει, η οποία ζήτησε από τη Μοναχή και την Ηγουμένη να την μεταφέρουν στη Γεσθημανή. Από τότε, η αχειροποίητη εικόνα της Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας βρίσκεται τοποθετημένη στο Ιερό Προσκύνημα του Θεομητορικού Μνήματος της Γεσθημανής, στον κενό τάφο της Παναγίας, και θαυματουργεί.

 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ - ΙΕΡΑ ΜΕΓΙΣΤΗ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ

Στη δεξιά άκρη του εξωνάρθηκα της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου βρίσκονταν έως και τις αρχές του 14ου αι. η εικόνα της Παναγίας που κρατούσε στα χέρια της τον Ιησού βρέφος. Οι ιερείς, μετά το τέλος της ακολουθίας του Όρθρου, όταν έβγαιναν από το Καθολικό, συνήθιζαν να ασπάζονται την εικόνα της Παναγίας. Σύμφωνα με τη μοναστηριακή παράδοση, μια ημέρα ο Ηγούμενος της Μονής, καθώς βρισκόταν μόνος στον ναό και προσευχόταν, άκουσε μια περίεργη και απόκοσμη φωνή, την ακολούθησε για να οδηγηθεί στην εικόνα της Παναγίας, όπου την άκουσε να λέει: «Μην ανοίξετε σήμερα την πύλη της Μονής, αλλά ανεβείτε στα τείχη και διώξτε τους πειρατές».

Ο Ηγούμενος έκπληκτος παρακολούθησε τις μορφές της Παναγίας και του Ιησού να κινούνται, με τον Υιό να κινεί το χέρι του και να κλείνει το στόμα της Θεομήτορος, ενώ ακούστηκε η φωνή του που έλεγε: «Μη, Μητέρα μου, μην τους το λες. Άφησέ τους να τιμωρηθούν, όπως τους αξίζει, γιατί αμελούν τα μοναχικά τους καθήκοντα». Η Θεοτόκος ωστόσο, έστρεψε το κεφάλι της και έπιασε το χέρι του Υιού της, επαναλαμβάνοντας δύο φορές τα ίδια προειδοποιητικά λόγια προς τον Ηγούμενο, συμπληρώνοντας πως «ο Υιός της ήταν θυμωμένος μαζί τους». Ο Ηγούμενος συγκέντρωσε αμέσως τους ιερείς και τους διηγήθηκε όσα είχε δει και είχε ακούσει.

Όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στην εικόνα και διαπίστωσαν έκπληκτοι πως οι μορφές της Παναγίας και του βρέφους Ιησού είχαν πράγματι αλλάξει, με την Παναγία να κρατά το χέρι του Ιησού και να στρέφει το κεφάλι της για να το αποφύγει, με έκφραση επιείκειας και μητρικής στοργής και τον Ιησού, αν και βρέφος, να έχει πάρει έκφραση μεγάλου ανθρώπου που κοιτά επικριτικά. Η εικόνα θεωρείται αχειροποίητος, αφού οι μορφές της δεν κατασκευάστηκαν από ανθρώπινο χέρι αλλά από θαυματουργή παρέμβαση. Μετά το θαύμα, η εικόνα μεταφέρθηκε στο ιδιαίτερο παρεκκλήσι της Παραμυθίας. Οι μοναχοί από τότε διατηρούν αναμμένο πάντα καντήλι, ψάλλουν καθημερινά Παράκληση και κάθε Παρασκευή τελούν Θεία Λειτουργία.

Με αυτή την εικόνα συνδέεται και ο βίος του Οσίου Νεοφύτου, ο οποίος διετέλεσε «προσμονάριος», δηλαδή φύλακας και διακονητής του παρεκκλησίου  της  Παραμυθίας.

Ο Όσιος βρισκόταν σε αποστολή και υπηρεσία εκ μέρους της Μονής για ένα χρονικό διάστημα σε κάποιο μετόχι της, στην Εύβοια. Εκεί αρρώστησε βαριά. Παρακάλεσε τότε την Παναγία να τον αξιώσει να πεθάνει στη μονή της μετανοίας του. Άκουσε αμέσως τη φωνή της Παναγίας να του λέει: «Νεόφυτε, πήγαινε στη μονή σου και μετά από ένα χρόνο να ετοιμασθείς για την έξοδο σου από τη ζωή». Ευχαριστώντας θερμά την Παναγία ο Όσιος για την παράταση της ζωής που του δόθηκε, είπε στον υποτακτικό του να ετοιμασθούν για την επιστροφή στη μονή.

Πράγματι, μετά την παρέλευση ενός έτους, μια μέρα αφού κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια, ανεβαίνοντας τη σκάλα μπροστά από το παρεκκλήσιο της Παραμυθίας, άκουσε πάλι τη φωνή της Παναγίας: «Νεόφυτε, ο καιρός της εξόδου σου έφθασε». Όταν πήγε στο κελί του αδιαθέτησε και αφού έλαβε συγχώρηση από όλους τους πατέρες της αδελφότητας, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.

 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΣΦΑΓΜΕΝΗ - Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου

Η εικόνα της Παναγίας που σημαδεύτηκε από το μαχαίρι ενός θυμωμένου ιεροδιάκονου και νεωκόρου, αποκαλείται Παναγία Εσφαγμένη. Σύμφωνα με τη μοναστική παράδοση, ο νεωκόρος έφτανε σχεδόν πάντα καθυστερημένος στην Τράπεζα και ο τραπεζάρης, ο υπεύθυνος της τραπεζαρίας, αρνήθηκε κάποια στιγμή να του δώσει φαγητό. Ο νεωκόρος, προσβεβλημένος και θυμωμένος, στράφηκε ενάντια στην Παναγία, την εικόνα της οποίας φρόντιζε και υπηρετούσε, θεωρώντας πως εκείνη δεν τον υπερασπίστηκε και δεν τον προστάτευσε όταν την είχε ανάγκη. Με το μαχαίρι του επιτέθηκε στην εικόνα σκίζοντας ένα σημείο στο πρόσωπο της Παναγίας.

Από το σημείο, αμέσως πετάχτηκε αίμα, το πρόσωπο της Παναγίας χλόμιασε και ο νεωκόρος έπεσε κάτω οδυρόμενος και τυφλωμένος. Έτσι, έμεινε για τρία χρόνια, έως ότου η Παναγία, έπειτα από τις δεήσεις του Ηγούμενου και των υπολοίπων μοναχών, ανήγγειλε σε όλους τη θεραπεία του ιεροδιακόνου, ο οποίος πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του σε ένα στασίδι, προσευχόμενος, απέναντι από την εικόνα της Παναγίας.

Το χέρι που κρατούσε το μαχαίρι και με το οποίο επιτέθηκε στην εικόνα, βρίσκεται φυλασσόμενο, ακόμη αναλλοίωτο και μαύρο κοντά στη θαυματουργή εικόνα που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος τοιχογραφίας του 14ου αιώνα, στον νάρθηκα του παρεκκλησίου του Αγίου Δημητρίου, που είναι ενσωματωμένο στο Καθολικό της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου.